Υπερδύναμη και Αποικία: Λίγο πιο ειδικά για την διαμεσολάβηση

Αν και νομικός του ευρέος φάσματος αυτού που αποκαλούμε «μαχόμενη δικηγορία», δεν μπορώ πια να θυμηθώ ούτε να ορίσω τους νόμους με την αριθμητική σειρά που συνηθίζεται για τον ευρετηριασμό τους. Αντίθετα τους θυμάμαι πλέον ως νομοθετήματα μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, έτσι ώστε να περιοδολογούν την πολιτική και ιστορική πραγματικότητα στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν. Στο διάστημα από το 2010 μέχρι το 2014 υπήρξε μια ασυνήθιστη κινητικότητα στην έκδοση νόμων, αντίστοιχη με την πολιτική της ίδιας περιόδου. Η ίδια κινητικότητα παρατηρείται και στο 2015, αφού η εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ τερμάτισε στην ουσία κάθε ελπίδα πολιτικής αλλαγής.

Οι νόμοι που εκδίδονται σε χώρες που διατηρούν τα τυπικά μόνον χαρακτηριστικά της εξουσίας και της συνταγματικής διάκρισης των εξουσιών, είναι στην πραγματικότητα εισαγόμενες αποικιακές δεσμεύσεις, που διευκολύνουν την τήρηση της τάξης στην αποικία. Έχει προηγηθεί βέβαια η καλλιέργεια της πεποίθησης ότι το νομικό κεκτημένο της υπερδύναμης αποτελεί τμήμα του εσωτερικού δικαίου της αποικίας (βλ. Ε.Ε. – Ελλάδα). Η υπερδύναμη και η κυβέρνηση της αποικίας έχουν φροντίσει να ενισχύσουν την πεποίθηση αυτή με την έκδοση υπεραποικιακών δικαστικών αποφάσεων που προστατεύουν κυρίως τα ατομικά δικαιώματα. Γιατί τα ατομικά δικαιώματα αποτελούν αφενός μεν έδαφος μικρότερης εμβέλειας όπου η υπερδύναμη δεν χάνει τίποτα με την «γενναιοδωρία» της (π.χ. δίκαιη δίκη, εύλογος χρόνος διάρκειας δίκης, δικαίωμα στην άρνηση στράτευσης για θρησκευτικούς λόγους κ.λ.π.), αφετέρου δε στηρίζουν την ίδια την αποικιακή πολιτική και την ανεμπόδιστη κυκλοφορία του κεφαλαίου της υπερδύναμης (π.χ. δημιουργία εταιρειών σχεδόν χωρίς νομικές διατυπώσεις όπως η νεοεισαχθείσα Ι.Κ.Ε.).

Σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα το πράγμα αλλάζει. Στην λογική της υπερδύναμης τα κοινωνικά δικαιώματα αντιστρατεύονται τα ατομικά και μπορούν να εκφραστούν μόνον ως τυχαίο άθροισμα. Εφόσον για παράδειγμα δικαιωθεί ένας κρατούμενος για τις απαράδεκτες συνθήκες κράτησής του, μπορούν να δικαιωθούν και άλλοι. Αυτό αποτελεί τυχαίο άθροισμα κοινωνικών αξιώσεων. Όταν όμως μιλάμε για τα δικαιώματα των εργαζομένων, για την δίκαιη φορολόγηση κ.λ.π., η υπερδύναμη υψώνει το τείχος της απόλυτης άρνησης προς την αποικία. Η οποία σπεύδει τότε να νομοθετήσει. Και δεν περιμένει καν τους βαρβάρους. Γιατί αυτούς τους έχει ήδη εισάγει με την μορφή υπερθεσμών, έξωθεν επιτηρήσεων κ.λ.π.

Ένας από τους σύγχρονους εισαγόμενους θεσμούς είναι και αυτός της Διαμεσολάβησης. Αναπτύσσεται στις παρυφές του δικαίου ως μια νέα εξειδίκευση που έχει σαν στόχο να επιλύει εξωδικαστικά αστικές κυρίως υποθέσεις και βρίσκει ένα γενικώτερο έρεισμα στο εσωτερικό μας δίκαιο στην διάταξη περί της ελευθερίας των συμβάσεων (361 Α.Κ.). Ως πλεονέκτημά της προβάλλεται η αποσυμφόρηση των Δικαστηρίων από υποθέσεις που θα μπορούσαν να επιλυθούν εξωδικαστικά, η μείωση των εξόδων κ.λ.π.

Δεν θα σταθώ στο ειδικώτερο πλαίσιο του θεσμού, που περιλαμβάνει πληθώρα διατάξεων, με έμφαση βέβαια σε αυτές που διασφαλίζουν τα τέλη και τις αμοιβές που δεν αποφεύγει τελικά ο διάδικος. Θα σταθώ μόνον στην ανάγκη εκπαίδευσης, από διάφορα διαπιστευμένα κέντρα, που προβάλλεται ως απολύτως αναγκαία για τους μελλοντικούς διαμεσολαβητές.

Η διαμεσολάβηση δεν είναι άγνωστη στο δικαιϊκό μας σύστημα. Γίνεται χρόνια τώρα από τους διαδίκους και τους δικηγόρους τους, είτε άτυπα για υποθέσεις που δεν φτάνουν ποτέ στα Δικαστήρια, είτε και τυπικά όπως φαίνεται από άπειρες υποθέσεις που συμβιβάζονται στα Δικαστήρια με κατάρτιση σχετικού πρακτικού που καταργεί τη δίκη. Οι δικηγόροι που συμμετέχουν στη διαδικασία αυτή δεν είναι διαπιστευμένοι, είναι απλώς έμπειροι, με την αναντικατάστατη εμπειρία που δίνει η επαφή με την καθημερινότητα της δικηγορίας.

Εάν τώρα η διαμεσολάβηση αναβαθμίζεται και τυπικά σε θεσμό του δικαίου για μια ομάδα υποθέσεων, δεν θα μπορούσα να διαφωνήσω. Αρκεί να είχε ο καθένας το δικαίωμα να απευθυνθεί στον νομικό συμπαραστάτη που γνωρίζει και εμπιστεύεται, με εντολή την κατ’ αρχήν εξώδικη λύση της διαφοράς. Το να απευθύνεσαι όμως στο «διαπιστευμένο γραφείο», μοιάζει με την πρόσληψη ιδιωτικού δικαστή. Και δεν θα ήθελα να φανταστώ ένα μελλοντικό σύστημα -ειδικά σε συνθήκες νεοαποικιοκρατίας- με μια μόνον εξουσία, δηλαδή την εκτελεστική, αφού η νομοθετική έχει ήδη εκχωρηθεί στην υπερδύναμη και η δικαστική στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Η διαπίστευση στο μεταξύ κοστίζει. Οι δικηγορικοί σύλλογοι, ειδικά ο υπερσύλλογος των Αθηνών, εκδίδουν ασταμάτητα ανακοινώσεις και καλούν τα μέλη τους για συμμετοχή σε σειρά σεμιναρίων έναντι αδροτάτου τιμήματος. Οι εκπαιδευτές είναι επίσης διαπιστευμένοι σε άλλους φορείς διαπίστευσης (που και αυτοί είναι ίσως διαπιστευμένοι αλλού) και έχουν αποδυθεί σε μια ξέφρενη επιχειρηματική δραστηριότητα με στόχο την κερδοφορία και την απόσβεση των εξόδων της δικής τους διαπίστευσης.

Δεν γνωρίζω το περιεχόμενο των σεμιναρίων. Γνωρίζω όμως τι δεν μπορούν να μου διδάξουν. Την εντιμότητα και την ευθύτητα απέναντι στον πελάτη σου, την υποχρέωση να τον υπερασπιστείς, αλλά και να τον ενημερώσεις για τη βαρβαρότητα του συστήματος. Να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του ή έστω να διαχειριστείς την καχυποψία του. Και επειδή αυτά δεν αποτελούν ικανότητες που αποκτήθηκαν στις νομικές σχολές και άλλωστε τίθενται κάθε μέρα σε αμφιβολία, αμφισβητώ τις διαπιστευμένες ικανότητες και τους διαπιστευμένους εκπαιδευτές.

Και μπορώ, νόμιμα νομίζω, να συμπεράνω ότι η δημιουργία σώματος διαπιστευμένων διαμεσολαβητών είναι μια ακόμη εμπορική επιχείρηση, που εκτός από το προφανές (την εμπορική κερδοφορία δηλαδή) αποσκοπεί μακροπρόθεσμα και σταδιακά στην κατάργηση της δημόσιας δικαστικής εξουσίας. Που με όλα της τα ελαττώματα εξασφαλίζει τουλάχιστον ένα πλαίσιο δυνατότητας ερμηνείας των νόμων και κατάργησής τους στην πράξη εάν είναι καταφανώς άνισοι.

Παράλληλα και από την πλευρά της επαγγελματικής τάξης των δικηγόρων, που περισσότερο από κάθε άλλη επαγγελματική-επιστημονική τάξη, μέσα σε μια τετραετία έζησε την κατάργηση και διαγραφή της από το αστικό σύστημα των διαμορφωμένων φορέων παροχής υπηρεσιών, χρειάζεται να επισημάνω και το εξής πάντα σε σχέση με την διαμεσολάβηση :

Από το 2010 οι δικηγόροι υπήχθησαν στο καθεστώς του Φ.Π.Α. όπως και οι έμποροι. Δύο περίπου χρόνια αργότερα άρχισε να διαφημίζεται έντονα η διαπίστευση των νομικών ως διαμεσολαβητών. Την ίδια εποχή μια άλλη επιστημονική τάξη, οι μηχανικοί, υποχρεώθηκαν να πιστοποιηθούν ως ενεργειακοί επιθεωρητές (σ.σ. για την έκδοση του όλως περιττού πιστοποιητικού της διαπίστωσης της ενεργειακής κατάστασης των ακινήτων). Οι λογιστές-φοροτεχνικοί πιστοποιήθηκαν επίσης σε κατηγορίες ώστε να συνυπογράφουν τις φορολογικές δηλώσεις διαφόρων κατηγοριών επιστημόνων, μεταξύ άλλων και των δικηγόρων.

Από το τοπίο αυτό της διαπίστευσης συνάγεται και μια κλιμακούμενη απαξίωση της ανώτατης εκπαίδευσης, η οποία δεν πιστοποιεί πια παρά μόνον την λήψη ενός πτυχίου αόριστου και αδιαβάθμητου. Έπονται τα δεκάδες μεταπτυχιακά και βέβαια η διαδικασία της πιστοποίησης για την παροχή οποιασδήποτε μορφής υπηρεσίας. Εάν σκεφτεί κανείς τα εκατοντάδες προϊόντα που εμφανίζονται ως «πιστοποιημένα» από διάφορους ιδιωτικούς οργανισμούς και κάνει την αναγκαία σύγκριση με τις πιστοποιημένες υπηρεσίες, αντιλαμβάνεται ότι η παροχή υπηρεσιών από επιστήμονες προωθείται πλέον σαν ένα ιδιότυπο προϊόν που υπόκειται στους κανόνες της αγοράς υποταγμένο στο εκάστοτε μοντέλο διαπίστευσης-εξειδίκευσης. Και ας μην ξεχνούμε ότι αυτό αποτελεί και μια διαδικασία που τείνει να εξαφανίσει την ικανότητα της συνολικώτερης αντίληψης.

Και ποιος μπορεί άλλωστε να εγγυηθεί ότι ο διαμεσολαβητής της επόμενης γενιάς θα εξακολουθήσει να προέρχεται από κάποιον που μετέχει της νομικής παιδείας ; Και ως νομική παιδεία δεν εννοώ απαραίτητα τις γνώσεις κάποιου που έχει αποφοιτήσει από τις νομικές σχολές, αλλά την αντίληψη που αποκτά σταδιακά ο νομικός ότι η ουσία δεν βρίσκεται στο διατυπωμένο νομικό κείμενο, αλλά στην ερμηνεία και την αμφισβήτησή του. Ο μελλοντικός διαμεσολαβητής μπορεί να είναι ένα Γραφείο μιας υπερδύναμης με παραρτήματα στις αποικίες, για να εφαρμόζει χωρίς παρεκκλίσεις ένα αδιαπραγμάτευτο δίκαιο ισχύος.

Ο βομβαρδισμός μας από τηλεοπτικές αστυνομικές σειρές, κυρίως αμερικανικές, αποκαλύπτει και στον πιο ανυποψίαστο την πραγματική διάσταση της πιστοποιημένης διαμεσολάβησης. Βλέπουμε εκεί σε δράση τον ειδικό διαπραγματευτή της αστυνομίας. Μόνον αυτός συνομιλεί με τον εγκληματία που κρατάει -για παράδειγμα- ομήρους, όσο προετοιμάζεται η ένοπλη επέμβαση της αστυνομίας. Έχει να επιλέξει από μια σειρά ψυχολογικών προφίλ το κατάλληλο για την περίσταση. Είναι καθησυχαστικός, συμμερίζεται τον δράστη, δείχνει ότι κατανοεί τα κίνητρά του, μέχρι την τελική επιτυχή έκβαση της υπόθεσης. Στο μεταξύ ο δράστης τον εμπιστεύεται πάντα, παρά το γεγονός ότι γνωρίζει -εκτός αν είναι παντελώς ηλίθιος- ότι η διαπραγμάτευση αποσκοπεί στη σύλληψή του.

Όσο ρεαλιστική και αν είναι η προσέγγιση, ο διαπραγματευτής αφήνει πάντα να εννοηθεί -και ο θεατής μετέχει αυτής της γνώσης- ότι εκτός από την πιστοποίησή του, η απώτερη πηγή των ικανοτήτων του είναι ο παντοδύναμος Θεός, η τελική και μεγάλη εξουσία, από την οποία αντλεί τη δύναμη και τα ταλέντα του και η οποία θέλει την επίτευξη του Καλού.

Ο διαπιστευμένος μεσολαβητής είναι η επίγεια έκφραση της Δύναμης που επιτάσσει κανόνες και της οποίας αποτελούμε όλοι όργανα. Με τις αναγκαίες αναγωγές, μπορούμε να οδηγηθούμε από διαπίστευση σε διαπίστευση στην μία και ενιαία πηγή της εξουσίας. Ας μη μας ξεγελούν οι αιτιολογικές εκθέσεις των νόμων. Απηχούν πάντα ειδικά σε εποχές αποικιακών πολιτικών την χωρίς όρους υποταγή στη μία και μόνη εξουσία. Λέγεται ότι ο μάγος της φυλής ήταν το πρότυπο όχι μόνον του ιερατείου αλλά και του σύγχρονου γιατρού, ενώ ο σοφός της φυλής ήταν ο αρχηγός και ο δικαστής της.

Αν μπορεί σε κάτι να συνοψιστεί ο πολιτισμός μας, θα ήταν ίσως στο ότι κατάφερε να διαχωρίσει τον αρχηγό από το δικαστή και να προσδιορίσει την εξουσία αυτού του δεύτερου στον περιορισμό της εξουσίας του πρώτου.

Οι πολλαπλές διαπιστεύσεις δεν συνεισφέρουν τίποτα στον διαχωρισμό των εξουσιών, αντίθετα με τις διαρκείς αναγωγές τους οδηγούν και πάλι στον συμφυρμό και την σύγχυσή τους.

Η διαμεσολάβηση δεν είναι νεοπαγής θεσμός. Εφαρμόζεται στην πράξη από χρόνια εκεί που μπορεί να εφαρμοστεί. Στα πολυμελή μάλιστα Δικαστήρια ήταν μέχρι πρότινος υποχρεωτικό να προηγηθεί η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Και αν θέλουμε οπωσδήποτε ένα σώμα διαμεσολαβητών, μπορούμε πάντα να το σχηματίσουμε ανάμεσα στους υπάρχοντες δικαστές, με τις αναγκαίες διαφοροποιήσεις στον τρόπο που εκτιμούμε τις αποδείξεις, στην ταχύτερη διαδικασία, στα μειωμένα έξοδα. Και αν δεν επαρκούν οι δικαστές, το ρόλο μπορούν να τον αναλάβουν οι δικηγόροι. Και αν δεν θέλουμε να ορίζονται τυχαία, ας εκπαιδευτούν με ευθύνη των δικηγορικών συλλόγων όσοι το επιθυμούν.

Χωρίς δαπάνες διαπίστευσης. Χωρίς συμμετοχή ιδιωτικών φορέων. Χωρίς την ορατή σε βάθος χρόνου αμφισβήτηση της ύπαρξης μιας ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας. Χωρίς μετατροπή της παροχής υπηρεσιών σε ένα ιδιότυπο προϊόν προστιθέμενης αξίας. Φτάνει ο Φ.Π.Α. Για τον οποίον θα επανέλθω.

Advertisements

Ξανά η Σταυροφορία των Παιδιών

Ανάμεσα στον 11ο και τον 13ο αιώνα, η Ευρωπαϊκή Δύση αποδύθηκε σε μια σχεδόν διαρκή εκστρατεία ανάκτησης των «ιερών εδαφών» της χριστιανοσύνης από τους Άραβες μουσουλμάνους. Από το 1096, υπό τις ευλογίες του πάπα Ουρβανού και του Πέτρου του Ερημίτη, μέχρι το 1270, υπό την αρχηγία του Λουδοβίκου του 9ου της Γαλλίας, αναπτύχθηκε ένα συνεχές ρεύμα χριστιανικού τυχοδιωκτισμού με την μορφή των οκτώ σημαντικώτερων Σταυροφοριών που καταγράφει η ιστορία. Ιδεολογικός φορέας των σταυροφοριών ήταν κατά κανόνα η παπική εκκλησία και κοσμικός φορέας-χρηματοδότης οι βασιλείς των ισχυρών τότε κρατών της Δυτικής Ευρώπης, η Γαλλία, η Ισπανία, η Γερμανία, η Ενετική Δημοκρατία. Δύο από τις σταυροφορίες, η 4η (1202-1204) που οδήγησε στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Ενετούς και η 5η (1218-1221), ευλογήθηκαν από τον πάπα Ιννοκέντιο τον 3ο. Και ανάμεσά τους, το 1212, αναπτύχθηκε κάτι που αποκαλείται ένα «συμβάν στην ιστορία», η Σταυροφορία των παιδιών. Χιλιάδες παιδιά έφτασαν αποδεκατισμένα από τις κακουχίες στο λιμάνι της Μασσαλίας, αλλά ούτε που πάτησαν το πόδι τους στα ιερά εδάφη. Πουλήθηκαν σαν σκλάβοι χωρίς σχεδόν να προφθάσουν να επιβιβαστούν στα πλοία. Δεν ήταν δα και μεγάλη απώλεια. Σε όλες τις ολοκληρωτικές στιγμές της ιστορίας, όπως και αν αυτές εκφράζονται, τα παιδιά είναι αναλώσιμα, αρκεί να γεννάμε πολύ. Αυτό γινόταν στην Ευρώπη των σταυροφοριών, αυτό γίνεται σήμερα στις μουσουλμανικές κοινότητες.

Η επίθεση στο Παρίσι στις 13/11/2015 μοιάζει να αντιστρέφει αυτήν την ξέφρενη διαδρομή. Σχεδόν παιδιά ήταν οι δράστες της ασύλληπτης αιματοχυσίας. Στρατολογημένοι και αυτοί από τους ταγούς μιας άλλης θρησκείας, εμπνευσμένοι ιδεολογικά από την ανάγκη καταστροφής του «άλλου» πολιτισμού, ενισχυμένοι ηθικά από την απομόνωση του «Γάλλου» του «Βέλγου» ή του «Βρετανού» πολίτη που βιώνουν μέσα στα γκέτο των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων.

Η «σταυροφορία» είναι από κάθε άποψη η έκφραση του ολοκληρωτισμού και αποτελεί στην πραγματικότητα τον θάνατο της πολιτικής στο σύνολό της. Ή, αντίστροφα, είναι το αποτέλεσμα του τέλους της πολιτικής. Δηλαδή του τέλους της άποψης, της θέσης, της ανοχής, της μη επέμβασης, ή έστω της διευθέτησης μιας σύγκρουσης, της συναίνεσης και των όρων που καταγράφουν την συναίνεση. Από την «σταυροφορία» για τη διάσωση της αρκούδας ή της φάλαινας και την αντικαπνιστική εκστρατεία ή την εκστρατεία κατά του αλκοόλ μέχρι τον πιο ακραίο φονταμενταλισμό, κάθε μονοθεματικός αγώνας έχει τα ίδια χαρακτηριστικά. Ένας μονοδιάστατος στόχος, που κάθε φορά δείχνει να αγνοεί το μέτρο της αλήθειας που βρίσκεται στην άποψη που μάχεται.

Όμως ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς κάποια ιδέα για να υπερασπιστεί. Έτσι το τέλος της πολιτικής, η άθλια οικονομική παγκοσμιοποίηση της Δύσης, ο στραγγαλισμός κάθε παγκόσμιας ιδέας για την οποία θα άξιζε να αγωνιστεί κανείς, το τρίπτυχο «ελευθερία-ισότητα-αδελφοσύνη», που έμεινε να αντιπροσωπεύεται μόνον από τα τρία χρώματα της γαλλικής σημαίας, έπρεπε να αντικατασταθούν από κάποια άλλη εξίσου ισχυρή ιδέα. Και ίσως γι’ αυτό νεαροί μουσουλμάνοι που γεύτηκαν στη Δύση μια ζωή πλούσια αλλά χωρίς αρχές, στρέφονται τώρα στο φονικό όπλο του αραβικού εθνικισμού. Και δεν είναι τυχαίο ότι οι άνθρωποι στη Γαλλία θρηνούν ψάλλοντας την Μασσαλιώτιδα. Προτάσσοντας το ένα έθνος απέναντι στο άλλο. Αλλά οι φονιάδες ήταν Γάλλοι πολίτες. Και ίσως έψαλαν πολλές φορές την Μασσαλιώτιδα στα σχολεία του γαλλικού γκέτο.

Η Ευρώπη έχει μετατραπεί στο οχυρό του τίποτα. Οι πιο πλούσιες και σημαντικές από τις χώρες της (Γαλλία, Βρετανία, Βέλγιο κ.λ.π.) υπήρξαν αποικιοκρατικές δυνάμεις, που θεώρησαν ότι με την χορήγηση της ιθαγένειας στους πολίτες των πρώην αποικιών και με την γκετοποίησή τους στη συνέχεια, θα μπορούσαν να αποβάλουν τη ρετσινιά της αποικιοκρατικής δύναμης και θα συνέχιζαν απερίσπαστοι και με άλλους τρόπους την ίδια πολιτική. Η Γερμανία και το φιλογερμανικό τόξο επιρροής της, εξήγαγε και εξάγει το ανυπέρβλητο μοντέλο του τέλους κάθε πολιτικής, κάποτε με την θεωρία της υπεροχής των φυλών και τώρα με τον άγριο οικονομικό έλεγχο των φτωχότερων ευρωπαϊκών χωρών. Και μέσα στην απληστία της η Ευρώπη, αλλά και το υπεραντλαντικό της alter ego οι ΗΠΑ, εξοπλίζοντας επιλεκτικά επί σειρά ετών αντικρουόμενες ομάδες για να ελέγχουν τις κυβερνήσεις του μουσουλμανικού κόσμου, δημιούργησαν πρόσκαιρους συμμάχους και τώρα εχθρούς.

Στο μεταξύ οι πρόσφυγες ξεβράζονται σε άθλιες ορδές δυστυχίας στα ελληνικά νησιά για να διασκορπιστούν, μετά από μια σύντομη στάση στην πλατεία Βικτωρίας, στην υπόλοιπη Ευρώπη. Επί του παρόντος τουλάχιστον. Διότι αν τα σύνορα κλείσουν υπό την απειλή της τρομοκρατίας, πρέπει να προετοιμαστούμε για μια πρωτοφανή προσφυγιά στον ίδιο μας τον τόπο. Τον βασανισμένο από την ωμότητα της Ευρώπης και όμως ακόμα συναινετικό και ανεκτικό στη δυστυχία του άλλου. Για πόσο όμως;

Ανάμεσα στους πρόσφυγες πληθαίνουν οι νέοι άνθρωποι, τα παιδιά. Κάποια από αυτά έχουν ήδη στρατολογηθεί, ή θα το κάνουν σύντομα, στην μόνη ιδεολογία που τούς απέμεινε. Το ισλαμικό κράτος. Το αραβικό έθνος που τού επιβλήθηκαν τα τεχνητά σύνορα των αποικιοκρατών. Η αναβίωση ενός ισχυρού εκδικητικού κόσμου. Και έχουν πολλά παιδιά να προσφέρουν στη θυσία. Η Σταυροφορία των Παιδιών είναι πάλι επί θύραις. Και δεν είναι ένα απλό συμβάν στην ιστορία.