Ο Στρατής Τσίρκας και το έθνος

Ζούμε την εποχή της προσφυγιάς. Μιας προσφυγιάς τόσο άγριας, που δεν έχει πια να κάνει με τη συνήθη μετακίνηση, που και ανεκτή ήταν και που μπορούσες εύκολα να την κατηγοριοποιήσεις κάτω από απολύτως εγκεκριμένες επικεφαλίδες, όπως «οικονομικοί μετανάστες», «θύματα σωματεμπορίας», «πολιτικά διωκόμενοι» κ.λ.π. Σήμερα το κύμα των προσφύγων μετέτρεψε την Ελλάδα σ’ ένα σταυροδρόμι φρίκης, που σε συνδυασμό με την περίφημη «οικονομική κρίση» οδηγεί σιγά-σιγά τη χώρα μας σε όλο και περισσότερες παραχωρήσεις και εκπτώσεις στην εθνική της κυριαρχία. Η σχεδιαζόμενη Frontex θα αποσκοπεί φαινομενικά στην βοήθεια των ελληνικών λιμενικών και άλλων αρχών στην φύλαξη των αχανών θαλασσίων συνόρων μας, αλλά ουσιαστικά θα είναι μια ξένη δύναμη σε ελληνικό έδαφος. Ήδη μπήκε στο λεξιλόγιό μας η διάκριση μεταξύ «προσφύγων» και «μεταναστών» και είναι ιστορικά επαληθευμένη η στρατηγική επέμβασης που βασίζεται στη διάκριση μεταξύ «αυτών» και των «άλλων». Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, τη ζήσαμε με τον εμφύλιο και την παρουσία χιλιάδων Βρετανών στρατιωτών, υπό το πρόσχημα της καταστολής του κομμουνιστικού κινδύνου.

Έτσι η προστασία της εθνικής κυριαρχίας γίνεται και πάλι πεδίο ιδεολογικών συγκρούσεων. Γιατί η ακροδεξιά αντιλαμβάνεται το πρόβλημα ως ένα πεδίο πλήρους καταστολής και απομάκρυνσης κάθε ξένου στοιχείου από το ελληνικό έδαφος, ενώ η δογματική αριστερά αρκείται στην καταγγελία της πολεμοκάπηλης Ευρώπης. Κάπου ανάμεσα υπάρχει η αντίληψη και η νοοτροπία της αριστεράς, ως μιας γενικώτερης κουλτούρας -περισσότερο ανθρωπιστικής παρά πολιτικής-, που ανάγει τον ξένο, τον πρόσφυγα, τον μετανάστη στο ιερό πρόσωπο της διεθνιστικής πολιτικής της προσέγγισης.

Αυτή η κουλτούρα που υπήρξε κυρίαρχη από τα χρόνια της μεταπολίτευσης και μετά, έστω και άθελά της υποβαθμίζει την έννοια του «έθνους», ως εδάφους ενιαίου πολιτισμού και άσκησης κυριαρχίας. Γι’ αυτό και η υπεράσπισή του θεωρείται συχνά ότι αποτελεί υπόθεση καπηλείας, ίσως επειδή η λέξη αποτελεί το πρώτο συνθετικό άλλων λέξεων που ξυπνούν δυσάρεστα τη συλλογική μας μνήμη. «Εθνοσωτήρες, εθνοκάθαρση, εθνοπροδότες, εθνικοφροσύνη» κ.λ.π. Έτσι όμως το έθνος εκχωρείται αβασάνιστα στη μαύρη σημαία του φασισμού, τις περισσότερες φορές με εσφαλμένες συνυποδηλώσεις.

Ας μην ξεχνάμε ότι στις μέρες μας η ευρωπαϊκή μας ταυτότητα έχει τεθεί υπό πλήρη αμφισβήτηση και ο αντιευρωπαϊσμός -ως πολιτική θέση- δεν αφορά πια μόνον το δογματικό κομμάτι της αριστεράς ή τις εξωκοινοβουλευτικές της δυνάμεις, αλλά ένα πολύ μεγαλύτερο και περισσότερο αντιπροσωπευτικό κομμάτι της κοινωνίας. Έτσι μια αριστερά (σ.σ. η κυβερνώσα) που οχυρώνεται κάθε φορά πίσω από τον όρο «ανθρωπιστική κρίση», για να ορίσει είτε την οικονομική και κοινωνική κατάσταση είτε το δράμα των προσφύγων, και που έχει απεμπολήσει το «έθνος» από το λεξιλόγιό της, δεν είναι και σε θέση να αξιώσει τον σεβασμό μιας ταυτότητας. Αν υπερασπιστείς στις μέρες μας το έθνος, θεωρείται ότι υπερασπίζεσαι μεταξύ άλλων και την επεκτατικότητα ή έστω μια επικίνδυνη αναβίωση της Μεγάλης Ιδέας.

Υπάρχει όμως ένας ήρωας του Στρατή Τσίρκα στις Ακυβέρνητες Πολιτείες, το πολιτικώτερο μυθιστόρημα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Είναι ο Καλλίνικος Παπακαλλινίκου, που παρουσιάζεται σε δύο μόλις σελίδες του δεύτερου τόμου της τριλογίας (ΑΡΙΑΓΝΗ σελ. 308-310, ΚΕΔΡΟΣ 19η εκδ.), αυτός που έχει το παρατσούκλι Αβδουλμετζήτ κι ένα σταυρό κρυμμένο στο στήθος, απ’ το χέρι της μάνας του που τούρκεψε για να αποφύγει τις διώξεις το 1922.

Ο συγγραφέας-αφηγητής τον συναντά τον Μάιο του 1943 στο ελληνικό στρατόπεδο στο Χαλέπι της Συρίας και τον ρωτάει από πού είναι και πού οφείλεται το παρατσούκλι του.

«Από την Έδεσσα την Οσροηνή, την Ούρφα, τα Σαμόσατα του Λουκιανού…», απαντάει αυτός. Και στη συνέχεια αφηγείται πώς περπάτησε μόνος του από τα Σαμόσατα στον Ευφράτη και πώς διέσχισε την έρημο της Συρίας, για να ενωθεί τελικά με τον ελληνικό στρατό στο Χαλέπι. Μόνος σου; τον ρωτάει ο συγγραφέας.

«Μόνος μου, τζάνεμ. Να μην το σκέφτεσαι καθόλου. Όταν έχεις μέσα σου το φως δεν σε σταματάει κανένας. Και το φως το έχουμε, δεν το έχουμε ;».

Και ο συγγραφέας αναρωτιέται :

«Τι Κούναξα, τι Κομμαγηνή, τι Ζεύγα, τι Γαυγάμηλα, τι Άρβηλα, τι Σελεύκειες, τι Απάμειες … Μιλούσε κι οι αιώνες καβαλλίκευαν πίσω μπρος, ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος ένα κουβάρι».

Και στη συνέχεια τον ρωτάει :

«Έχει κι άλλους Έλληνες στα μέρη σας ;»

«Έχει… Μα δεν μιλάνε. Περιμένουν».

Και ο συγγραφέας σχολιάζει :

«Πού με πήγαινε αυτός ο παραμυθάς. Γιατί το «έχει», όπως το είπε, να μου φέρνει δάκρυα. Μα τι έπρεπε να γίνουν τέλος πάντων όσοι λέγονταν Αβδουλμετζήτ και περίμεναν ; Τίποτα. Είχαμε γιατρευτεί από τις χίμαιρες. Εκεί στην Ελλάδα βρισκόταν η λύση. Μόνο να λευτερωθεί, μόνο να μας αφήσουν να ταχτοποιήσουμε όπως θέμε το σπίτι μας. Θα τους μαζεύαμε όλους τους Καλλίνικους. Ορίστε μιλάτε ελληνικά να χορτάσει η ψυχή σας, θα τούς λέγαμε. Η πορεία ήταν μια μάχη. Μια μέσα στις πολλές για να φτάσουμε στην ολοκλήρωση του Γένους».

«Είχαμε γιατρευτεί από τις χίμαιρες». Και νομίζω ότι ο Τσίρκας εννοεί ότι είχαμε γιατρευτεί απ’ τη χίμαιρα του μεγαλοϊδεατισμού, απ’ τη χίμαιρα του να ονειρευόμαστε μια Ελλάδα κληρονόμο και διάδοχο του ελληνιστικού κι ύστερα του ρωμαϊκού και του βυζαντινού κόσμου.

Και η ολοκλήρωση του Γένους ; Όλος αυτός ο διασκορπισμένος στα πέρατα της γης ελληνικός κόσμος ; Και όλος αυτός ο κόσμος από σύγχρονους Αβδουλμετζήτ, που κάποιο χέρι έκρυψε στα ρούχα τους όχι το σταυρό του Καλλίνικου, αλλά μια ευχή ή ένα μικρό κομπόδεμα ; Ξεκινούν κι αυτοί απ’ τα πέρατα της γης για τη δική τους πορεία και το πραγματικό τους όνομα είναι Αχμέτ και Μοχάμεντ και Φατμέ. Και η Ελλάδα μια μητρόπολη της προσφυγιάς. Που συνωστίζει στα σύνορά της τους «πρόσφυγες» και τους «μετανάστες», χωρίς να βοηθάει κανέναν. Και που -ως υποτελής- δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ούτε καν το πλεονέκτημα της γεωγραφικής της θέσης ανάμεσα στα πολεμικά μέτωπα της Ανατολής και την Δυτική βαρβαρότητα, για να αποκομίσει έστω το στοιχειώδες κέρδος μιας ανακούφισης για όλους τους δοκιμαζόμενους, και τους πολίτες της και τους ξένους. Όσο για τη λέξη έθνος, αυτή είναι για πάντα εξορισμένη από το πολιτικώς ορθό λεξιλόγιο, απαγορευμένη από τον καπιταλιστικό θεό και τον επί γης εκπρόσωπό του, το υπερκράτος των Βρυξελλών δηλαδή.

Εξακολουθεί να με συγκινεί ο Τσίρκας. Μέσα σε λίγες φράσεις, το έθνος, το γένος, γίνονται ξανά κομμάτι της ταυτότητάς μας. Δεν θέλουμε τίποτα άλλο εμείς οι Έλληνες. Να ελευθερωθούμε, να μας αφήσουν να τακτοποιήσουμε το σπίτι μας. Εμείς οι Εθνικοί. Που δεν λησμονήσαμε ποτέ να τιμούμε όλους τους θεούς. Από λύπη για τη μοναξιά των μαρμάρινων αγαλμάτων τους.

Η αναγνωριστική και η καταψηφιστική αγωγή

Μια σημαντική διάκριση των αγωγών που κατατίθενται στα Δικαστήρια της χώρας, αν και τεχνικής φύσεως περισσότερο, είναι αυτή της αναγνωριστικής και της καταψηφιστικής αγωγής. Η διάκριση οφείλεται στο τέλος δικαστικού ενσήμου στο οποίο υπόκειται η καταψηφιστική αγωγή. Για παράδειγμα, όταν κάποιος προσφεύγει στο Δικαστήριο διεκδικώντας νομιμότοκα ένα χρηματικό ποσό, οφείλει κατά την εκδίκαση της υπόθεσης να υπολογίσει τους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εκδίκασή της και να πληρώσει στο Δημόσιο τέλος που ανέρχεται σήμερα συνολικά στο 1,2%. Στις 100.000,00 δηλαδή πρέπει να καταβάλει περίπου 1.200,00 ευρώ.

Ας δούμε για λίγο ιστορικά και αυτόν τον έμμεσο φόρο, που σημειωτέον ότι συνδεόταν πάντοτε με τις αιωνίως αυξημένες ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου και την αποπληρωμή των δανείων του νεώτερου ελληνικού κράτους.

Με το άρθρο 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 επιβλήθηκε η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, υπολογιζομένου επί του χρηματικά αποτιμώμενου αντικειμένου της δίκης, χωρίς να γίνεται διάκριση στο νόμο αυτό για τα είδη των αγωγών στις οποίες αφορούσε. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι ο νόμος αυτός περιγράφει με ακρίβεια πώς θα διατεθούν τα ποσά από το τέλος δικαστικού ενσήμου.

Με το άρθρο 7 παρ. 3, 4 του Ν.Δ. 1544/1942, το άρθρο 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 ερμηνεύθηκε αυθεντικά και ορίστηκε ότι εξαιρούνται από το τέλος οι αναγνωριστικές αγωγές.

Έτσι το 1942, μέσα στη γερμανική Κατοχή και την άθλια οικονομική κατάσταση του ελληνικού κράτους, θεσμοθετήθηκε ότι οι αναγνωριστικές αγωγές εξαιρούνταν του τέλους δικαστικού ενσήμου. Με το δε άρθρο 223 του Κ.Πολ.Δ. ορίστηκε ότι μετά την άσκηση της αγωγής και την επέλευση της εκκρεμοδικίας είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, πλην του περιορισμού του. Περιορισμός του αιτήματος της αγωγής ήταν και η μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό. Αντί δηλαδή να ζητήσεις να υποχρεωθεί κάποιος να σου καταβάλει ορισμένο χρηματικό ποσό, μπορούσες να ζητήσεις να αναγνωρισθεί ότι σου οφείλει το ποσό αυτό.

Απέφευγες έτσι την πληρωμή του δικαστικού ενσήμου, αλλά ας μην βιαστεί κανείς να θεωρήσει ότι αυτό ήταν τέχνασμα. Ήταν απλώς μια τεχνικής φύσεως διευκόλυνση και προσωρινή μείωση των εξόδων της δίκης. Διότι εάν το Δικαστήριο απέρριπτε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, ο ενάγων θα είχε καταβάλει το τέλος χωρίς να δικαιωθεί. Εάν όμως γινόταν τελεσίδικα δεκτό το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, ο ενάγων θα κατέβαλε τότε το τέλος δικαστικού ενσήμου για να εκδώσει διαταγή πληρωμής και να εισπράξει την απαίτησή του. Στη δεύτερη όμως περίπτωση θα κατέβαλε το τέλος με την βεβαιότητα ότι θα εισπράξει και την απαίτησή του. Θα υπήρχε δηλαδή μια μορφή ανταποδοτικότητας, στην οποία οφείλει πάντοτε να αποβλέπει κάθε νομοθέτημα.

Με το άρθρο 70 του Ν. 3994/2011, το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν.Δ. 1544/1942 αντικαταστάθηκε ως εξής : « Στο τέλος που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και οι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού ».

Με το άρθρο 72 παρ. 14 (μεταβατικές διατάξεις) του ίδιου Ν. 3994/2011, ορίστηκε ότι : « Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του Ν.Δ. 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ».

Τέλος, με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 ορίστηκε ότι η αμέσως προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος τούτου, ενώ με το άρθρο 21 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που τροποποίησε το άρθρου 70 του Ν. 3994/2011, εισήχθησαν ελάχιστες περιπτώσεις απαλλαγής από το δικαστικό ένσημο.

Έτσι καταργήθηκε στην πράξη η δικονομική πρόβλεψη της αναγνωριστικής αγωγής και αυξήθηκε υπέρμετρα το κόστος προσφυγής στη δικαιοσύνη. Και ως γνωστό αυτή η τελευταία είναι τυφλή, οι δε δικηγόροι διάσημοι για την σιωπή τους. Που δεν είναι πλέον η σιωπή των αμνών. Άλλωστε οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν άλλα σημαντικά έργα να επιτελέσουν. Να κηρύξουν μια στις τόσες αποχή από τα καθήκοντά τους, όπως επιτάσσει ο επαγγελματικός συνδικαλισμός τύπου ΓΣΕΕ. Να διαφημίσουν νεοπαγείς νεοφιλελεύθερους θεσμούς και να ξεράσουν μέσα απ’ τις τάξεις τους, τους μελλοντικούς βουλευτές και υπουργούς. Αγνοώντας επιδεικτικά ότι ο πυρήνας κάθε δικαιώματος αναπτύχθηκε και προστατεύτηκε μόνον εκεί όπου υπήρχε η ομάδα, η συντεχνία, η αντίσταση.

Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας και οι δικηγόροι

Ο Φ.Π.Α. είναι ήδη παλιά ιστορία για τους δικηγόρους. Η πρόσφατη όμως αναστάτωση που έφερε στην κοινωνία η προσπάθεια να επιβληθεί και στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, τον κάνει ξανά επίκαιρο.

Όλοι γνωρίζουν τον Φ.Π.Α. Είναι μοχλός είσπραξης φόρων που μετακυλίει την υποχρέωση στον τελικό καταναλωτή. Είναι το είδος του φόρου που, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, εισάγει τον μεσάζοντα ως θεσμό στο πλέγμα των φορολογικών υποκειμένων. Για να αυξήσει τεχνητά την τελική τιμή ενός προϊόντος και να αποκλείσει μια για πάντα στην πράξη τη δυνατότητα της άμεσης σχέσης ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή. Το ομολογεί άλλωστε και η λέξη «προστιθέμενη αξία», που έχει τη λογική της εμφιλοχώρησης και επέκτασης του φορολογικού αντικειμένου και της αντίστοιχης φορολογικής υποχρέωσης σε κάθε σταδιακή επεξεργασία ενός προϊόντος, ας πούμε το βαμβάκι που μετατρέπεται σε κλωστική ύλη, οι ίνες που μετατρέπονται σε ύφασμα, το ύφασμα που μετατρέπεται σε ρούχο, η χονδρική πώληση και ύστερα η λιανική κ.ο.κ.

Ξεκινώ από την αντίληψη ότι ο ΦΠΑ, όπως και κάθε έμμεσος φόρος, είναι ένας ανήθικος φόρος, που καταλήγει να φορολογεί υπέρμετρα όχι μόνον τις βασικές βιοτικές μας ανάγκες αλλά και τα πάθη μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα βασικής ανάγκης είναι το πετρέλαιο θέρμανσης, του οποίου η φορολογία υπερβαίνει κατά πολύ την πραγματική του αξία, ενώ για την κατηγορία του πάθους αρκεί να αναφερθώ στην τιμή των τσιγάρων και των προϊόντων καπνού. Στην τελευταία μάλιστα περίπτωση, υπό το πρόσχημα ότι «το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία», τα τσιγάρα φορολογούνται στο υπερδιπλάσιο της αξίας τους. Δεν φορολογούνται όμως οι εταιρείες καπνού, αλλά ο τελικός καταναλωτής στον οποίον μετακυλίεται όλο το κόστος της δήθεν αντικαπνιστικής εκστρατείας.

Και παρά την ληστρική πρόθεση της έμμεσης φορολόγησης, ο όρος «προστιθέμενη αξία» είναι κατ’ αρχήν ευφάνταστος. Υπαινίσσεται ότι ένα προϊόν αυξάνει διαρκώς την αξία του σε κάθε στάδιο επεξεργασίας ή κερδοφόρου μεταπώλησης. Και ότι σ’ αυτήν ακριβώς την αύξηση της αξίας επεμβαίνει ο φορολογικός μηχανισμός για να φορολογήσει τους επαγγελματίες ή εμπόρους κάθε σταδίου.

Με αυτή τη λογική, η προστιθέμενη αξία αφορά ένα προϊόν και πολύ δύσκολα μια υπηρεσία. Γιατί σε τι ακριβώς θα προστεθεί επιπλέον φορολογητέα αξία π.χ. σε μια ιατρική επίσκεψη ή στη συμβουλή του δικηγόρου ή του λογιστή ή ακόμη στις υπηρεσίες του κομμωτή ή του ράφτη ; Πρόκειται για πράξεις που εξαντλούνται άμεσα στην παροχή τους.

Επί σειρά ετών και ειδικά τα επαγγέλματα του γιατρού και του δικηγόρου, που συνίστανται σε πράξεις χωρίς περαιτέρω στάδια επεξεργασίας ή εκμετάλλευσης, εξαιρούνταν ρητά από τις εμπορικές δραστηριότητες και η φορολόγησή τους γινόταν μέσω της άμεσης φορολόγησης του επαγγελματία με βάση τη φοροδοτική του ικανότητα.

Από την 1/7/2010 οι δικηγορικές υπηρεσίες έχουν υπαχθεί στο καθεστώς του Φ.Π.Α., με το άρθρο 92 παρ. 1 περ. ιστ΄ του Ν. 3842/2010, ενώ σημειωτέον ότι με τον Ν. 3845/2010 ο Φ.Π.Α. προσδιορίστηκε σε ποσοστό 23% επί της αμοιβής. Οι δικηγόροι της Αθήνας απήργησαν τότε για δύο ολόκληρες ημέρες, ενώ τα απογεύματα των ίδιων ημερών ήταν αφιερωμένα στη διοργάνωση σεμιναρίων για την ενημέρωση και προσαρμογή τους στο νέο φορολογικό καθεστώς. Τόσο μεγάλη πίστη είχαν στην απεργία τους και τόσο κυνισμό, ώστε να τιμωρήσουν τους πελάτες τους με αναβολή των υποθέσεών τους για τουλάχιστον 3-4 χρόνια. Θα θυμίσω, μόνο και μόνο για λόγους αναλογίας, ότι το 1985-86 εποχή μεταφοράς του Πρωτοδικείου Αθηνών από την Ομόνοια στη Σχολή Ευελπίδων, οι δικηγόροι της Αθήνας διαμαρτυρήθηκαν με απεργία διάρκειας περίπου 6 μηνών.

Ας δούμε τώρα τα αποτελέσματα αυτού του εγχειρήματος σε δύο τύπους δικηγορικών γραφείων :

Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μεγάλο δικηγορικό γραφείο, ίσως και δικηγορική εταιρεία, που παρέχει τις υπηρεσίες του κατά κύριο λόγο σε επιτηδευματίες, δηλαδή στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν κάποια εμπορική-επιχειρηματική δραστηριότητα. Τα πρόσωπα αυτά καταβάλλουν τις αμοιβές των δικηγόρων τους προσαυξημένες με τον Φ.Π.Α. και οι δικηγόροι τον αποδίδουν στη συνέχεια στο Δημόσιο. Οι επιτηδευματίες καταχωρούν τις αμοιβές των δικηγόρων τους στα έξοδά τους και επειδή οφείλουν και οι ίδιοι Φ.Π.Α. από την δική τους δραστηριότητα, συμψηφίζουν τον Φ.Π.Α. που κατέβαλαν με αυτόν που οφείλουν να καταβάλλουν οι ίδιοι. Έτσι δεν έχουν καμία απολύτως επιβάρυνση από το σύστημα της έμμεσης φορολόγησης.

Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για ένα μικρό ή μεσαίο δικηγορικό γραφείο, που ασχολείται κατά κύριο λόγο με υποθέσεις ιδιωτών. Ο ιδιώτης μπορεί να είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος ή άνεργος και σε κάθε περίπτωση δεν ασκεί δραστηριότητα που υπόκειται στο καθεστώς του Φ.Π.Α. Και αυτός όμως καταβάλλει την αμοιβή του δικηγόρου του προσαυξημένη με Φ.Π.Α. Αποδίδει έτσι στο Δημόσιο ποσό ισοδύναμο με το ¼ περίπου της αμοιβής χωρίς καμία προσδοκία ανταποδοτικότητας. Διότι δεν πρόκειται ποτέ να συμψηφίσει το ποσό αυτό με δική του απαίτηση κατά του Δημοσίου.

Με τον τρόπο αυτό μια μεγάλη εταιρεία, από την οποία κυρίως προσδοκώνται έσοδα από τον Φ.Π.Α., ουσιαστικά δεν τον καταβάλλει, ενώ αντιθέτως τον καταβάλλει για παράδειγμα ο άνεργος. Επιπλέον ένα μικρό δικηγορικό γραφείο βρίσκεται σε αδυναμία να εισπράξει τον Φ.Π.Α. από τον πελάτη του και στη συνέχεια να τον αποδώσει. Η μόνη του επιλογή είναι να μειώσει την αμοιβή του και να απορροφήσει ένα μεγάλο μέρος του Φ.Π.Α. ώστε να καταφέρει να επιβιώσει.

Ας υποθέσουμε όμως ότι ο Φ.Π.Α. αποτελεί ένα αδιαπραγμάτευτο έσοδο για το Δημόσιο και ότι πρέπει να θυσιάσουμε στο βωμό του δημοσίου συμφέροντος και τον άνεργο και τον δικηγόρο και οποιονδήποτε άλλον πολίτη. Αποδίδει όμως στην πράξη τα αναμενόμενα έσοδα ; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι και είναι εύκολα εξηγήσιμο το γιατί.

Ο μέσος πολίτης γνωρίζοντας ότι η καταβολή του Φ.Π.Α. δεν έχει καμία απολύτως ανταποδοτικότητα, όχι απλώς συναινεί αλλά ζητά ο ίδιος δικηγορικές υπηρεσίες χωρίς απόδειξη. Έτσι μόνον στις περιπτώσεις των παραστάσεων του δικηγόρου στα Δικαστήρια εκδίδεται υποχρεωτικά απόδειξη πλέον Φ.Π.Α. Στην επιπλέον αμοιβή ή στην αμοιβή για υπηρεσίες εξωδικαστικές, απλώς δεν εκδίδεται απόδειξη με συμφωνία του πελάτη και του δικηγόρου. Αυτό πέρα από το άμεσο αποτέλεσμα της μη απόδοσης Φ.Π.Α., έχει και το έμμεσο αποτέλεσμα της εμφάνισης μειωμένων εσόδων από τον δικηγόρο και, συνεπώς, της φορολόγησής του για μικρότερο εισόδημα.

Πριν ο Φ.Π.Α. επιβαρύνει τις δικηγορικές υπηρεσίες, όταν ο πελάτης ζητούσε απόδειξη από τον δικηγόρο του αυτός ο τελευταίος δεν μπορούσε να αρνηθεί την έκδοσή της. Έτσι το σύστημα λειτουργούσε και ο δικηγόρος φορολογούνταν στο εισόδημά του με βάση τη φοροδοτική του ικανότητα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι μετά την επιβολή του Φ.Π.Α. τα Βιβλία Εσόδων-Εξόδων των δικηγόρων καταγράφουν έως και 50% μείωση των εσόδων τους. Αυτό οφείλεται αφενός στη συρρίκνωση του επαγγελματικού τους αντικειμένου και αφετέρου στην μη έκδοση αποδείξεων, με αίτημα του πελάτη. Σε κάθε περίπτωση οδηγεί στη μείωση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου.

Ίσως κάποτε πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η νομοθεσία δεν αποτελεί άσκηση επί χάρτου και ότι η μη φορολόγηση δεν οφείλεται στην πρόθεση αποφυγής της, αλλά στην πρόθεση επιβίωσης των πολιτών. Θυμάμαι κάποιους συμβούλους του Δ.Σ.Α., με μεγάλα δικηγορικά γραφεία, στα σεμινάρια για την εκπαίδευση των δικηγόρων στον Φ.Π.Α. Πρέπει να προσαρμοστούμε στις περιστάσεις, έλεγαν. Πράγματι προσαρμοστήκαμε. Κάποιοι έκλεισαν τα γραφεία τους, κάποιοι υπαλληλοποιήθηκαν σε μεγάλα δικηγορικά γραφεία, κάποιοι τρέχουν ανασφάλιστοι στα νοσοκομεία όπου τούς παρέχεται η περίθαλψη των απόρων. Υπάρχουν ακόμη οι λίγοι που αύξησαν ακόμη περισσότερο τις ήδη μεγάλες δουλειές τους. Αλλά και αυτοί που απεφάσισαν να αποφύγουν όχι τη φορολόγηση αλλά τη ληστεία στο ήδη μειωμένο τους εισόδημα. Για να οδηγηθούμε ξανά σε κείνη τη χρονική στιγμή όπου οι φόροι αποκαλούνται χαράτσια, για να εκφράσουν το ραγιαδισμό της κοινωνίας και τον νεοθωμανισμό αυτών που υλοποιούν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.