Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας και οι δικηγόροι

Ο Φ.Π.Α. είναι ήδη παλιά ιστορία για τους δικηγόρους. Η πρόσφατη όμως αναστάτωση που έφερε στην κοινωνία η προσπάθεια να επιβληθεί και στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, τον κάνει ξανά επίκαιρο.

Όλοι γνωρίζουν τον Φ.Π.Α. Είναι μοχλός είσπραξης φόρων που μετακυλίει την υποχρέωση στον τελικό καταναλωτή. Είναι το είδος του φόρου που, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, εισάγει τον μεσάζοντα ως θεσμό στο πλέγμα των φορολογικών υποκειμένων. Για να αυξήσει τεχνητά την τελική τιμή ενός προϊόντος και να αποκλείσει μια για πάντα στην πράξη τη δυνατότητα της άμεσης σχέσης ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή. Το ομολογεί άλλωστε και η λέξη «προστιθέμενη αξία», που έχει τη λογική της εμφιλοχώρησης και επέκτασης του φορολογικού αντικειμένου και της αντίστοιχης φορολογικής υποχρέωσης σε κάθε σταδιακή επεξεργασία ενός προϊόντος, ας πούμε το βαμβάκι που μετατρέπεται σε κλωστική ύλη, οι ίνες που μετατρέπονται σε ύφασμα, το ύφασμα που μετατρέπεται σε ρούχο, η χονδρική πώληση και ύστερα η λιανική κ.ο.κ.

Ξεκινώ από την αντίληψη ότι ο ΦΠΑ, όπως και κάθε έμμεσος φόρος, είναι ένας ανήθικος φόρος, που καταλήγει να φορολογεί υπέρμετρα όχι μόνον τις βασικές βιοτικές μας ανάγκες αλλά και τα πάθη μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα βασικής ανάγκης είναι το πετρέλαιο θέρμανσης, του οποίου η φορολογία υπερβαίνει κατά πολύ την πραγματική του αξία, ενώ για την κατηγορία του πάθους αρκεί να αναφερθώ στην τιμή των τσιγάρων και των προϊόντων καπνού. Στην τελευταία μάλιστα περίπτωση, υπό το πρόσχημα ότι «το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία», τα τσιγάρα φορολογούνται στο υπερδιπλάσιο της αξίας τους. Δεν φορολογούνται όμως οι εταιρείες καπνού, αλλά ο τελικός καταναλωτής στον οποίον μετακυλίεται όλο το κόστος της δήθεν αντικαπνιστικής εκστρατείας.

Και παρά την ληστρική πρόθεση της έμμεσης φορολόγησης, ο όρος «προστιθέμενη αξία» είναι κατ’ αρχήν ευφάνταστος. Υπαινίσσεται ότι ένα προϊόν αυξάνει διαρκώς την αξία του σε κάθε στάδιο επεξεργασίας ή κερδοφόρου μεταπώλησης. Και ότι σ’ αυτήν ακριβώς την αύξηση της αξίας επεμβαίνει ο φορολογικός μηχανισμός για να φορολογήσει τους επαγγελματίες ή εμπόρους κάθε σταδίου.

Με αυτή τη λογική, η προστιθέμενη αξία αφορά ένα προϊόν και πολύ δύσκολα μια υπηρεσία. Γιατί σε τι ακριβώς θα προστεθεί επιπλέον φορολογητέα αξία π.χ. σε μια ιατρική επίσκεψη ή στη συμβουλή του δικηγόρου ή του λογιστή ή ακόμη στις υπηρεσίες του κομμωτή ή του ράφτη ; Πρόκειται για πράξεις που εξαντλούνται άμεσα στην παροχή τους.

Επί σειρά ετών και ειδικά τα επαγγέλματα του γιατρού και του δικηγόρου, που συνίστανται σε πράξεις χωρίς περαιτέρω στάδια επεξεργασίας ή εκμετάλλευσης, εξαιρούνταν ρητά από τις εμπορικές δραστηριότητες και η φορολόγησή τους γινόταν μέσω της άμεσης φορολόγησης του επαγγελματία με βάση τη φοροδοτική του ικανότητα.

Από την 1/7/2010 οι δικηγορικές υπηρεσίες έχουν υπαχθεί στο καθεστώς του Φ.Π.Α., με το άρθρο 92 παρ. 1 περ. ιστ΄ του Ν. 3842/2010, ενώ σημειωτέον ότι με τον Ν. 3845/2010 ο Φ.Π.Α. προσδιορίστηκε σε ποσοστό 23% επί της αμοιβής. Οι δικηγόροι της Αθήνας απήργησαν τότε για δύο ολόκληρες ημέρες, ενώ τα απογεύματα των ίδιων ημερών ήταν αφιερωμένα στη διοργάνωση σεμιναρίων για την ενημέρωση και προσαρμογή τους στο νέο φορολογικό καθεστώς. Τόσο μεγάλη πίστη είχαν στην απεργία τους και τόσο κυνισμό, ώστε να τιμωρήσουν τους πελάτες τους με αναβολή των υποθέσεών τους για τουλάχιστον 3-4 χρόνια. Θα θυμίσω, μόνο και μόνο για λόγους αναλογίας, ότι το 1985-86 εποχή μεταφοράς του Πρωτοδικείου Αθηνών από την Ομόνοια στη Σχολή Ευελπίδων, οι δικηγόροι της Αθήνας διαμαρτυρήθηκαν με απεργία διάρκειας περίπου 6 μηνών.

Ας δούμε τώρα τα αποτελέσματα αυτού του εγχειρήματος σε δύο τύπους δικηγορικών γραφείων :

Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μεγάλο δικηγορικό γραφείο, ίσως και δικηγορική εταιρεία, που παρέχει τις υπηρεσίες του κατά κύριο λόγο σε επιτηδευματίες, δηλαδή στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν κάποια εμπορική-επιχειρηματική δραστηριότητα. Τα πρόσωπα αυτά καταβάλλουν τις αμοιβές των δικηγόρων τους προσαυξημένες με τον Φ.Π.Α. και οι δικηγόροι τον αποδίδουν στη συνέχεια στο Δημόσιο. Οι επιτηδευματίες καταχωρούν τις αμοιβές των δικηγόρων τους στα έξοδά τους και επειδή οφείλουν και οι ίδιοι Φ.Π.Α. από την δική τους δραστηριότητα, συμψηφίζουν τον Φ.Π.Α. που κατέβαλαν με αυτόν που οφείλουν να καταβάλλουν οι ίδιοι. Έτσι δεν έχουν καμία απολύτως επιβάρυνση από το σύστημα της έμμεσης φορολόγησης.

Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για ένα μικρό ή μεσαίο δικηγορικό γραφείο, που ασχολείται κατά κύριο λόγο με υποθέσεις ιδιωτών. Ο ιδιώτης μπορεί να είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος ή άνεργος και σε κάθε περίπτωση δεν ασκεί δραστηριότητα που υπόκειται στο καθεστώς του Φ.Π.Α. Και αυτός όμως καταβάλλει την αμοιβή του δικηγόρου του προσαυξημένη με Φ.Π.Α. Αποδίδει έτσι στο Δημόσιο ποσό ισοδύναμο με το ¼ περίπου της αμοιβής χωρίς καμία προσδοκία ανταποδοτικότητας. Διότι δεν πρόκειται ποτέ να συμψηφίσει το ποσό αυτό με δική του απαίτηση κατά του Δημοσίου.

Με τον τρόπο αυτό μια μεγάλη εταιρεία, από την οποία κυρίως προσδοκώνται έσοδα από τον Φ.Π.Α., ουσιαστικά δεν τον καταβάλλει, ενώ αντιθέτως τον καταβάλλει για παράδειγμα ο άνεργος. Επιπλέον ένα μικρό δικηγορικό γραφείο βρίσκεται σε αδυναμία να εισπράξει τον Φ.Π.Α. από τον πελάτη του και στη συνέχεια να τον αποδώσει. Η μόνη του επιλογή είναι να μειώσει την αμοιβή του και να απορροφήσει ένα μεγάλο μέρος του Φ.Π.Α. ώστε να καταφέρει να επιβιώσει.

Ας υποθέσουμε όμως ότι ο Φ.Π.Α. αποτελεί ένα αδιαπραγμάτευτο έσοδο για το Δημόσιο και ότι πρέπει να θυσιάσουμε στο βωμό του δημοσίου συμφέροντος και τον άνεργο και τον δικηγόρο και οποιονδήποτε άλλον πολίτη. Αποδίδει όμως στην πράξη τα αναμενόμενα έσοδα ; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι και είναι εύκολα εξηγήσιμο το γιατί.

Ο μέσος πολίτης γνωρίζοντας ότι η καταβολή του Φ.Π.Α. δεν έχει καμία απολύτως ανταποδοτικότητα, όχι απλώς συναινεί αλλά ζητά ο ίδιος δικηγορικές υπηρεσίες χωρίς απόδειξη. Έτσι μόνον στις περιπτώσεις των παραστάσεων του δικηγόρου στα Δικαστήρια εκδίδεται υποχρεωτικά απόδειξη πλέον Φ.Π.Α. Στην επιπλέον αμοιβή ή στην αμοιβή για υπηρεσίες εξωδικαστικές, απλώς δεν εκδίδεται απόδειξη με συμφωνία του πελάτη και του δικηγόρου. Αυτό πέρα από το άμεσο αποτέλεσμα της μη απόδοσης Φ.Π.Α., έχει και το έμμεσο αποτέλεσμα της εμφάνισης μειωμένων εσόδων από τον δικηγόρο και, συνεπώς, της φορολόγησής του για μικρότερο εισόδημα.

Πριν ο Φ.Π.Α. επιβαρύνει τις δικηγορικές υπηρεσίες, όταν ο πελάτης ζητούσε απόδειξη από τον δικηγόρο του αυτός ο τελευταίος δεν μπορούσε να αρνηθεί την έκδοσή της. Έτσι το σύστημα λειτουργούσε και ο δικηγόρος φορολογούνταν στο εισόδημά του με βάση τη φοροδοτική του ικανότητα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι μετά την επιβολή του Φ.Π.Α. τα Βιβλία Εσόδων-Εξόδων των δικηγόρων καταγράφουν έως και 50% μείωση των εσόδων τους. Αυτό οφείλεται αφενός στη συρρίκνωση του επαγγελματικού τους αντικειμένου και αφετέρου στην μη έκδοση αποδείξεων, με αίτημα του πελάτη. Σε κάθε περίπτωση οδηγεί στη μείωση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου.

Ίσως κάποτε πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η νομοθεσία δεν αποτελεί άσκηση επί χάρτου και ότι η μη φορολόγηση δεν οφείλεται στην πρόθεση αποφυγής της, αλλά στην πρόθεση επιβίωσης των πολιτών. Θυμάμαι κάποιους συμβούλους του Δ.Σ.Α., με μεγάλα δικηγορικά γραφεία, στα σεμινάρια για την εκπαίδευση των δικηγόρων στον Φ.Π.Α. Πρέπει να προσαρμοστούμε στις περιστάσεις, έλεγαν. Πράγματι προσαρμοστήκαμε. Κάποιοι έκλεισαν τα γραφεία τους, κάποιοι υπαλληλοποιήθηκαν σε μεγάλα δικηγορικά γραφεία, κάποιοι τρέχουν ανασφάλιστοι στα νοσοκομεία όπου τούς παρέχεται η περίθαλψη των απόρων. Υπάρχουν ακόμη οι λίγοι που αύξησαν ακόμη περισσότερο τις ήδη μεγάλες δουλειές τους. Αλλά και αυτοί που απεφάσισαν να αποφύγουν όχι τη φορολόγηση αλλά τη ληστεία στο ήδη μειωμένο τους εισόδημα. Για να οδηγηθούμε ξανά σε κείνη τη χρονική στιγμή όπου οι φόροι αποκαλούνται χαράτσια, για να εκφράσουν το ραγιαδισμό της κοινωνίας και τον νεοθωμανισμό αυτών που υλοποιούν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s