Η πορεία των δικηγόρων της 14ης Ιανουαρίου 2016

sto-ipourgio-ergasias-i-poria-gia-to-asfalistiko

Μπροστά στη Βουλή, στη Λεωφόρο Β. Σοφίας, διαμείφθηκε μια μικρή σκηνή μεταξύ μιας ένστολης αστυνομικού και ενός από τους επικεφαλής της πορείας δικηγόρους. Η αστυνομικός έδινε οδηγίες από τον ασύρματο «να διοχετευτεί η πορεία στην Πανεπιστημίου και μετά να πάνε να κλειστούν στα γραφεία τους» (σ.σ. οι δικηγόροι). Ο δικηγόρος απαίτησε σεβασμό και ζήτησε επίμονα τα στοιχεία της αστυνομικού. Ύστερα οι τόνοι έπεσαν και ξανάρχισαν τα συνθήματα. «Δεν θα περάσει, κάτω ο νόμος ο δικηγοροκτόνος» κλπ. Ο λόγος βέβαια για το ασφαλιστικό νομοσχέδιο που ύστερα από πολύ καιρό, πέντε χρόνια για την ακρίβεια, βγάζει τους δικηγόρους στο δρόμο.

Η πορεία ξεκίνησε από τα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, στην οδό Ακαδημίας, προς το Υπουργείο Εργασίας και την Βουλή, μετά από μαζική ανταπόκριση των δικηγόρων όλης της χώρας στο κάλεσμα της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων. Βεβαίως και ήμουνα εκεί. Ήμουνα πάντοτε εκεί, ακόμα κι όταν έπρεπε να πορευτώ κάτω από ένα πανώ και τους δικηγόρους που το κρατούσαν. Και δεν έβγαλα ποτέ φωτογραφίες με το κινητό. Το θεωρούσα πρόστυχο. Γιατί κάτι που σε βγάζει στο δρόμο είναι τόσο ιερό που σε κάνει εικονομάχο.

Έπειτα άρχισαν τα συνθήματα. Άκουγα τη φωνή του συναδέλφου που έδινε το σύνθημα προς επανάληψη, και καθώς βρισκόμουνα σχετικά κοντά του διαπίστωσα ότι επρόκειτο για ένα γνωστό κουστούμι του δικηγορικού συνδικαλισμού, αυτού του συνδικαλισμού που οδηγεί κατευθείαν στα βουλευτικά έδρανα ή έστω σε καλύτερες επαγγελματικές επιδόσεις, τέτοιες που ο φορέας τους να μην αντιμετωπίζει καθημερινά το «θάνατο του εμποράκου», όπως οι πληβείοι συνάδελφοί του. Κρατούσε τη ντουντούκα με το χωνί στραμμένο στον ουρανό, προφανώς λόγω του μετρίου ύψους του, η μόνη άλλωστε μετριότητα για την οποία δεν ευθύνεται.

Ο ίδιος αυτός αγωνιστής είχε λάβει το 2010 ενεργό μέρος στην ενημέρωση των Αθηναίων δικηγόρων για την εφαρμογή του ΦΠΑ, τα απογεύματα των ίδιων ακριβώς ημερών κατά τις οποίες αυτοί απείχαν από τα καθήκοντά τους λόγω της επιβολής του ΦΠΑ! Καμία πορεία δεν οργανώθηκε τότε. Κανένας δεν κάλεσε τους δικηγόρους «στο δρόμο ν’ αλλάξουνε το νόμο». Και ας ήταν ηλίου φαεινότερο ότι ήταν μόνον η πρώτη πράξη για την εξαφάνιση μιας επαγγελματικής-επιστημονικής τάξης. Ακολούθησαν άλλωστε άπειροι νόμοι. Η κατάργηση της αναγνωριστικής αγωγής, η αύξηση του δικαστικού ενσήμου, ο δεκαπλασιασμός του τέλους μεγαροσήμου, η κατάργηση κάθε αφορολόγητου ορίου, η προκαταβολή του 70% του φόρου εισοδήματος και ήδη του 100% κλπ. Ήδη από το 2010-2011 δεν αποτελούσε έκπληξη η φτωχοποίηση του μεγαλύτερου μέρους του δικηγορικού κόσμου και η αδυναμία του να καταβάλει τις ετήσιες ασφαλιστικές εισφορές σύνταξης και περίθαλψης. Αλλά οι δικηγορικοί σύλλογοι περίμεναν να κινητοποιηθούν μόνον επ’ ευκαιρία του ασφαλιστικού νομοσχεδίου και όχι νωρίτερα! Ή ίσως να περίμεναν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για να βγάλουν το άχτι τους!

Είναι αλήθεια ότι εδώ και πολλά χρόνια ο δικηγορικός κόσμος αναδείχτηκε στο σύνολό του ως το πιο συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας μας. Ίσως γιατί οι εκπρόσωποι του επίσημου συνδικαλισμού του επαναπαύτηκαν στις δάφνες ενός κάποιου ελιτισμού που νόμιζαν ότι τους έθετε στο απυρόβλητο των αντιλαϊκών πολιτικών. Ίσως ακόμη και επειδή οι νομικές σχολές και ιδίως αυτή της Αθήνας, επιδόθηκαν σε έναν χωρίς προηγούμενο τεχνοκρατισμό που εξοβέλισε κάθε ευκαιρία πολιτικής θέσης και τριβής για τους φοιτητές. Οι σύγχρονοι φοιτητές διακατέχονται στη μεγάλη τους πλειοψηφία από το μαθητικό σύνδρομο του φροντιστηρίου και της αποστήθισης και νοιάζονται μόνον για τη γρήγορη λήψη του πτυχίου, του μεταπτυχιακού, του διδακτορικού και ύστερα ρίχνονται στη μάχη γύρω από τις υποτιθέμενες εξειδικεύσεις του νομικού κόσμου. Έχουμε πήξει στους εργατολόγους και τους ποινικολόγους. Και όλοι γνωρίζουν ή υποπτεύονται την αμφίβολη αξία της μονομέρειας στην οποία τελικά στοχεύει η εξειδίκευση. Στην ουσία οδηγεί σε μια αθέμιτα ανταγωνιστική άγρα πελατείας.

Μετά την ντουντούκα και τον κάτοχό της, παρατήρησα καλύτερα τον κόσμο γύρω μου. Πολλοί δεξιοί και πολλοί πασόκοι που έδειχναν για πρώτη φορά σοβαρά απειλημένοι από την πολιτική της κυβέρνησης. Πολλοί νέοι επίσης, προερχόμενοι από τις φοιτητικές νεολαίες της ΔΑΠ και του ΠΑΣΟΚ, πορεύονταν αυτοφωταγραφιζόμενοι ασταμάτητα, αλλά και άλλοι -αριστεροί αυτοί- έτοιμοι να μεταδώσουν ψευδείς ειδήσεις. Ένας από αυτούς, πρώην μέλος του ΣΥΡΙΖΑ και νυν της ΛΑΕ, έκανε τηλεφωνική αναμετάδοση για κάποιο μπλογκ. Τα κυρίαρχα συνθήματα -έλεγε- είναι το «δεν θα περάσει» και ακούγονται επίσης συνθήματα κατά της τρόϊκα και της Ευρώπης. Σημειωτέον ότι δεν ακούστηκε ούτε ένα σύνθημα κατά της τρόϊκα και της Ευρώπης. Από ποιον άλλωστε θα ακουγόταν; Η διαθέσιμη ντουντούκα τα είχε με το ΣΥΡΙΖΑ και με τον Τσίπρα. «Αλέξη ντροπή σου, τώρα παραιτήσου», ακουγόταν συχνά-πυκνά.

Θα μου πείτε η ασφάλιση, η σύνταξη, οι αφόρητες εισφορές, η αξιοπρεπής διαβίωση δεν μας αφορά όλους, αριστερούς και δεξιούς; Ασφαλώς και μας αφορά, γι’ αυτόν άλλωστε το λόγο ήμουνα κι εγώ εκεί. Δεν μπορώ όμως να μην σκεφτώ τη χρονική συγκυρία αυτής της πορείας και την σύνθεσή της. Γιατί μια ολόκληρη επαγγελματική τάξη αποφασίζει να εξεγερθεί στην τελευταία πράξη του δράματος και όχι στην πρώτη;

Και γιατί ζητάει από την κυβέρνηση να παραιτηθεί και όχι να ανακαλέσει έναν αποτυχημένο νόμο; Γιατί άραγε δεν βγήκε εδώ και χρόνια στο δρόμο να αξιώσει μαζί με όλους τους πολίτες μια άλλη πολιτική ; Και γιατί δεν ζήτησε ποτέ με την ντουντούκα στο χέρι την παραίτηση του Παπανδρέου ή του Σαμαρά; Ή γιατί συμβούλευσε -διά στόματος Δ.Σ.Α.- το ΝΑΙ στο δημοψήφισμα της 5/7/2015; Τι θα άλλαζε άραγε στο ασφαλιστικό εάν είχε επικρατήσει μια πασοκο-δεξιά κυβέρνηση;

Δεν υπερασπίζομαι ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε την αποτυχημένη πολιτική του. Δεν θέλω όμως να είναι οι δικηγόροι η κατσαρόλα της νοικοκυράς που θα στριμώξει στη γωνία τον Αλλιέντε. Όχι πως ο Τσίπρας είναι ο Αλλιέντε. Αλλά δεν θέλω να ανήκω αδιαμαρτύρητα σε μια τάξη ανθρώπων που ο τελευταίος μπάτσος αποφασίζει από ποιο δρόμο θα ξανακλειστούν στα γραφεία τους. Επειδή στην καλύτερη περίπτωση θεωρεί ότι είναι μια ελίτ που διαδηλώνει έτσι για ξεκάρφωμα και στη χειρότερη ότι είναι απλώς για φτύσιμο.

Christmas ή Giftmas

merrygiftmas

Στολίζουμε με φώτα τα χριστουγεννιάτικα δέντρα για να ξεχάσουμε ότι δεν υπάρχει φως στη ζωή μας. Η φτώχεια γίνεται ακόμα μεγαλύτερη κατάρα στις γιορτές και γι’ αυτό την κουκουλώνουμε στα γρήγορα με μερικές εκατοντάδες άτυχες γαλοπούλες που θα αποτελέσουν την πρώτη ύλη για τα γεύματα των φτωχών που ετοιμάζουν οι Δήμοι, η Εκκλησία και διάφορες οργανώσεις. Το γιατί βέβαια η πείνα δεν αντέχεται ειδικά τα Χριστούγεννα, δεν εξηγείται βιολογικά, αλλά μόνον με αναγωγή στα επιλεγμένα επίκεντρα του βίου. Και ανάλογα με το επίκεντρο που έχεις επιλέξει, πραγματοποιείς και την αναγωγή στο ασήμαντο ή στο σημαντικό.

Και σε ό,τι αφορά τα Χριστούγεννα και τις γιορτές γενικά, μπορεί νομίζω να τύχει εφαρμογής η δημοκρίτεια ρήση «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος», και να εξηγηθεί έτσι γιατί ο εορτασμός, με το να μετατρέπεται σε προσωρινό επίκεντρο του βίου, οξύνει τόσο έντονα την αντιπαράθεση της γιορτής με την έτσι κι αλλιώς μίζερη καθημερινότητα. Σε ό,τι όμως αφορά την πολιτική, το να ανάγεις ένα ελάσσονος σημασίας γεγονός σε επίκεντρο και να προσπαθείς να αντλήσεις από αυτό και μόνο την κοινωνική επιδοκιμασία, ειδικά όταν στα σημαντικά γεγονότα παρουσιάζεις αξιοσημείωτη στασιμότητα, είναι κάτι που δεν μπορεί να ερμηνευτεί παρά μονάχα ως επικοινωνιακή έξαρση.

Με τον πρόσφατο Ν. 4356/2015, που συμπληρώνει και τροποποιεί τον Ν. 3719/2008 για το σύμφωνο συμβίωσης των ετερόφυλων προσώπων, επιχειρήθηκε η νομιμοποίηση των ομόφυλων ζευγαριών, με επέκταση της ισχύος του συμφώνου συμβίωσης και σε αυτούς, με τα συναφή οικογενειακά και κληρονομικά δικαιώματα. Σε μια κοινωνία που βιώνει καθημερινά τη ληστρική αφαίρεση κάθε δικαιώματός της στον εργασιακό και ασφαλιστικό τομέα κυρίως, αλλά και στον εν γένει περιουσιακό, η νομιμοποίηση των ομόφυλων ζευγαριών οπωσδήποτε δεν αποτελεί το επίκεντρο του βίου της. Και μια κυβέρνηση που θριαμβολογεί για την ανταπόκρισή της σε ένα δήθεν πάγιο κοινωνικό αίτημα και περιφέρει το θρίαμβό της από τη Βουλή στις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές συχνότητες, μοιάζει με την θρυλούμενη απάντηση της Μαρίας Αντουανέτας, ότι η διαμαρτυρία για την έλλειψη του ψωμιού ελέγχεται ως ανακριβής, εάν δεν έχει διαπιστωθεί προηγούμενη έλλειψη στο παντεσπάνι.

Ας δούμε λίγο το πραγματικό επίκεντρο ενός τέτοιου νομοθετήματος. Γιατί οπωσδήποτε οι νομικές καινοτομίες που εισάγει είναι στην πραγματικότητα ανύπαρκτες, αν αναλυθούν προσεκτικά σε πρακτικό-νομικό επίπεδο.

Το σύνολο του βίου στην κοινωνία μας είναι νομικά οργανωμένο πάνω στον πυρήνα της οικογένειας, που απαρτίζεται από δύο ετερόφυλους συντρόφους και τα παιδιά τους, και οι οποίοι έχουν όλοι αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ τους στο οικογενειακό, κληρονομικό και ασφαλιστικό δίκαιο. Με τον Ν. 3719/2008, και με μικρές παραλλαγές, τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις επεκτάθηκαν και στα ετερόφυλα ζευγάρια, που επιλέγουν μεν να ζήσουν με σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, όμως στην ουσία πρόκειται να πραγματώσουν το ίδιο, κατά το μάλλον ή ήττον, μοντέλο κοινωνικής διαβίωσης.

Αυτό που ουσιαστικά συνεισέφερε στην κοινωνία ο Ν. 3719/2008 ήταν η απαλλαγή των μελλοντικών συντρόφων από την υποχρεωτικότητα του θρησκευτικού ή του πολιτικού γάμου και η απλοποίηση του τύπου λήξης αυτής της μορφής συμβίωσης, η οποία μπορούσε πλέον να είναι και μονομερής.

Η επέκταση τώρα της ισχύος του συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια, επιλύει ελάχιστα νομικά θέματα, αφού για τα περισσότερα από αυτά ήδη, η προϋπάρχουσα του Ν. 3719/2008, νομοθεσία περιείχε επαρκείς προβλέψεις για την έκφραση της ελεύθερης βούλησης ενός ατόμου να επιλέξει τον σύντροφό του, τους κληρονόμους του, τους πληρεξουσίους του κ.λ.π. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της ελευθερίας στο δίκαιο, ήταν η δυνατότητα σύνταξης διαθήκης, όπου το τιμώμενο πρόσωπο μπορούσε να είναι ο ετερόφυλος ή ομόφυλος σύντροφος, η δυνατότητα ανάθεσης με πληρεξούσιο έγγραφο στον ετερόφυλο ή ομόφυλο σύντροφο της εκπροσώπησης σε κάθε βιοτικό ζήτημα (διαχείριση ή και πώληση περιουσίας, λήψη αποφάσεων στα ζητήματα υγείας κ.λ.π.), η δυνατότητα να ορίζεται ο σύντροφος συνδικαιούχος κοινών τραπεζικών λογαριασμών και άλλα.

Έτσι, η μόνη μεγάλη νομική αλλαγή θα ήταν αυτή της υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια, η οποία δεν ρυθμίζεται ακόμη αλλά κάποια στιγμή είναι βέβαιο ότι θα τεθεί σαν ζήτημα που απαιτεί την λύση του.

Θεωρώ ότι και σ’ αυτό ακόμη το ζήτημα, που διχάζει την κοινωνία, η ιατρική τεχνολογία έχει ξεπεράσει τις νομοθετικές προβλέψεις. Είναι από χρόνια γνωστή η εξωσωματική γονιμοποίηση. Τι θα εμπόδιζε λοιπόν μια γυναίκα να αποκτήσει -είτε φυσικώ τω τρόπω, είτε με εξωσωματική- εξώγαμο παιδί και στη συνέχεια να ζήσει με την ομόφυλη σύντροφό της και με το παιδί ; Επίσης τι θα εμπόδιζε έναν άνδρα να αποκτήσει ένα εξώγαμο παιδί με την βοήθεια μιας γυναίκας που θα είχε αμειφθεί για την υπηρεσία της αυτή, το οποίο στη συνέχεια θα αναγνώριζε ως φυσικό του τέκνο, θα αποκτούσε την επιμέλειά του και θα συμβίωνε μαζί του και μαζί με τον ομόφυλο πλέον σύντροφό του ;

Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι η νομοθετική πρόβλεψη, αλλά η αλλαγή του επικέντρου στην κοινωνική μας ματιά. Με το να επιτραπεί ή όχι η υιοθεσία στα ομόφυλα ζευγάρια, δεν μπορεί τίποτα απολύτως να ρυθμιστεί. Απλώς η κοινωνία θα συνεχίσει να διχάζεται όλο και βαθύτερα, με αλλαγές που θα βασίζονται περισσότερο σε ένα είδος ρεβανσισμού παρά στην πραγματική ισότητα.

Άλλωστε και τα δύο σύμφωνα συμβίωσης (ετεροφύλων και ομοφύλων) επιμένουν να θέτουν στο επίκεντρό τους την ελεύθερη επιλογή συντρόφου, υπό το πρίσμα όμως της σεξουαλικότητας και μόνον. Έτσι εισάγεται μια υπολογίσιμη ανισότητα στις άλλες μορφές συμβίωσης, που θα μπορούσαν να ισχύουν στην κοινωνική ζωή και για τις οποίες δεν υφίσταται καμία απολύτως νομοθετική πρόβλεψη. Γιατί άραγε να αποτελεί η σεξουαλική επιλογή τον μπούσουλα της συμβίωσης, είτε στα ετερόφυλα είτε στα ομόφυλα ζευγάρια ; Συμβίωση, και μάλιστα συχνά με όρους οικονομικής αλληλεξάρτησης, μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στην άγαμη ή χήρα μητέρα και το παιδί της, ανάμεσα στο θείο ή τη θεία και τον ανεψιό, ανάμεσα σε δύο φίλους που επέλεξαν να ζουν μαζί. Και στις περιπτώσεις αυτές το κύριο χαρακτηριστικό της συμβίωσης είναι η συντροφικότητα και η πιθανή οικονομική εξάρτηση του ενός από τον άλλον.

Αν απομακρυνόμαστε νομικά και κοινωνικά από το μοντέλο της οικογένειας, όπως την γνωρίσαμε και συχνά όπως την έχουμε υποστεί, είναι πλέον υποχρέωση να αναγνωρίσουμε άλλες μορφές συμβίωσης, όπως αυτές που προπεριγράφηκαν και που άλλωστε δεν μας είναι κοινωνικά άγνωστες.

Όμως η χώρα μας πάσχει από το σύνδρομο των Χριστουγέννων του φτωχού. Θέλει να προσφέρει ένα δώρο στους πολίτες της και διάλεξε απλώς το χειρότερο στην χειρότερη χρονική στιγμή. Πώς το λέει η τηλεοπτική διαφήμιση ; Αλλιώς υποδέχεσαι το δώρο που αγοράστηκε με το κοινότυπο κριτήριο της μαμάς ή της πεθεράς και αλλιώς το δώρο με το κριτήριο του Τάδε απ’ την αλυσίδα του Γερμανού. Αυτό το δώρο προκάλεσε ενθουσιασμό μόνον στην κυβέρνηση. Οι υπόλοιποι θα αρκεστούν στην άλλη τηλεοπτική διαφήμιση. Αυτήν όπου τα παγκοσμιοποιημένα Christmas αποκτούν το πραγματικό τους όνομα, δηλαδή Giftmas. Τέτοιο δώρο ήταν και το σύμφωνο συμβίωσης των ομοφύλων. Ένας μικρός, πλην παγκόσμιος, θρίαμβος και θόρυβος του περιττού.