Αντισημιτισμός και σύγχρονες εφαρμογές του

Ο ευρωπαϊκός αντισημιτισμός υπήρξε μέχρι προ τινος ο ευρύτερα γνωστός ρατσισμός από τους πολλούς που γνώρισε η γηραιά ήπειρος. Από τα πογκρόμ της τσαρικής Ρωσίας μέχρι το ολοκαύτωμα του Μπάμπι Γιάρ στην Λευκορωσία και τα αναρίθμητα θύματα της γερμανικής θηριωδίας στη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ο αντισημιτισμός δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί το σκοτεινό υπόβαθρο όλων των διακρίσεων που εξακολουθούν να φωλιάζουν σε μια γωνιά της ευρωπαϊκής υπεροψίας.

Απ’ αυτήν την άποψη οι Εβραίοι συνεισέφεραν τα μέγιστα στον σχηματισμό και την διατήρηση κάποιων προτύπων για τον ρατσισμό, έτσι που να φαίνεται ότι η αντιμετώπισή του εξαντλείται στην νομική υποχρέωση σεβασμού της άλλης θρησκείας ή του άλλου πολιτισμού και λοιπά. Σαν να ήταν δυνατόν να άρεις ή έστω να περιορίσεις την καχυποψία με την εισαγωγή ενός νομοθετήματος. Αναφέρομαι βέβαια στις περισσότερες σύγχρονες ευρωπαϊκές νομοθεσίες, οι οποίες χαρακτηρίζουν ως έγκλημα τις ρατσιστικές αναφορές ανθρώπων ή ομάδων και επιβάλλουν ποινές για την παράβασή τους. Μπορεί όμως να καταργηθεί ο ρατσισμός όταν απλώς απαγορεύεται να προφέρουμε κάποιες λέξεις; Ή μήπως μπορεί να θεωρηθεί δημοκρατική η Ε.Ε. μόνο και μόνο επειδή ισχυρίζεται ότι είναι τέτοια;

Και ο ρατσισμός και ο αντιδημοκρατισμός συμμερίζονται ένα τουλάχιστον κοινό αίτιο ή ακόμα και χαρακτηριστικό. Τον αποκλεισμό ενός ατόμου, μιας κοινωνικής ομάδας ή ενός έθνους από την ελεύθερη και με ίσους όρους ανάπτυξή τους μέσα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ομάδας.

Θα θυμίσω για την ιστορία ότι στην μεσαιωνική Ευρώπη δεν επιτρεπόταν στους Εβραίους η απόκτηση γης, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από την άσκηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων της καλλιέργειας. Στη συνέχεια η ενασχόλησή τους με το εμπόριο, η συγκέντρωση κεφαλαίων και ο επικερδής δανεισμός, στα οποία επιδίδονταν με επιτυχία, τους ενέτασσε αυτόματα στην κατηγορία του «Οβριού τοκογλύφου». Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αντίστοιχα, η υποχρέωση των χωρών της περιφέρειας να απομακρύνονται από τις παραδοσιακές βιοτικές τους δραστηριότητες, να μην δημιουργούν οποιαδήποτε παραγωγική υποδομή και να δανείζονται διαρκώς, τις καθιστά ανίσχυρες απέναντι στις κερδοσκοπικές επιδρομές του ευρωπαϊκού πυρήνα και επιπλέον τις ενοχοποιεί ως μόνες υπεύθυνες για την χρεωκοπία τους.

Ο Εβραίος τότε και η Ελλάδα σήμερα, είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα κοινωνικού αποκλεισμού, που δεν θεραπεύεται ούτε με την αναγνώριση του ολοκαυτώματος και την απαγόρευση των αντισημιτικών αναφορών -σε ό,τι αφορά τους Εβραίους- , ούτε με το αίτημα του εκδημοκρατισμού της Ευρώπης -σε ό,τι αφορά την Ελλάδα. Γιατί η ζημιά έχει γίνει και το δημοκρατικό έλλειμμα είναι αδύνατον να αποκατασταθεί, αν δεν αποκατασταθεί πρώτα η δικαιοσύνη και αν δεν αρθεί με πράξεις η δικαιολογημένη καχυποψία των πολιτών.

Η πολιτική συνήθως ψεύδεται, με σύμμαχο την πάντα ψευδόμενη οικονομία και η νομοθεσία νομιμοποιεί προσωρινά τα ψεύδη τους. Μόνον η τέχνη λέει τελικά την αλήθεια και κυρίως η λογοτεχνία, γιατί μέσα απ’ τις λέξεις της μπορείς να διακρίνεις μια εποχή και μια αντίληψη και να συνάγεις τις αναλογίες τους. Γι’ αυτό και είναι πάντα χρήσιμο να προσφεύγουμε σε αυτήν. Παραθέτω δύο αποσπάσματα χαρακτηριστικών συγγραφέων, τόπων και εποχών. Το θέμα είναι ο αντισημιτισμός, στο πρώτο σαν ρεβανσισμός και ξέσπασμα οργής, και στο δεύτερο σαν το καταστάλαγμα μιας καχυποψίας που σε μαθαίνει πώς να αποφεύγεις τις κακοτοπιές.

«…Δεν έχει ο Εβραίος μάτια, χέρια, όργανα, διαστάσεις, αισθήσεις, στοργή, πάθη, δεν τρέφεται με την ίδια τροφή, δεν πληγώνεται από τα ίδια όπλα, δεν αρρωσταίνει το ίδιο, δεν θεραπεύεται με τα ίδια φάρμακα, δεν ζεσταίνεται και δεν κρυώνει από τον ίδιο χειμώνα και το ίδιο καλοκαίρι όπως και ένας Χριστιανός; Αν μας τρυπήσεις δεν ματώνουμε; Αν μας γαργαλήσεις δεν γελάμε; Αν μας δηλητηριάσεις δεν παθαίνουμε; Και αν μας βλάψεις δεν θα εκδικηθούμε; Αν μοιάζουμε σε όλα τα υπόλοιπα θα μοιάζουμε και σ’ αυτό. Αν ένας Εβραίος βλάψει έναν Χριστιανό, ποια είναι η ταπεινοφροσύνη του; Η εκδίκηση; Αν ένας Χριστιανός βλάψει έναν Εβραίο ποια θα ήταν η αντίδρασή του σύμφωνα με το χριστιανικό παράδειγμα; Γιατί εκδίκηση; Την μοχθηρία που με διδάσκεις θα εφαρμόσω και θα είναι σκληρή, αλλά θα βελτιώσω τη διδαχή…» (Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Ο Έμπορος της Βενετίας – Ο μονόλογος του Σάϋλοκ, μετ. της γράφουσας).

«…Ο Εβραίος δεν είναι βλάκας να κουβαλάει άδειο βαρέλι. Εδώ κάτι συμβαίνει θα πουν. Και θα τον πιάσουν τον Εβραίο, και θα τον δέσουν τον Εβραίο, και θα του πάρουν όλα τα λεφτά του Εβραίου και θα τον βάλουν μέσα τον Εβραίο. Γιατί ό,τι κακό γίνεται στον κόσμο στον Εβραίο τα κρεμάνε. Γιατί ο καθένας τον παίρνει για σκυλί τον Εβραίο. Όλοι πιστεύουν πως δεν είσαι άνθρωπος, αν είσαι Εβραίος…» (Νικολάι Γκόγκολ, Τάρας Μπούλμπα – τα λόγια του Γιάνκελ, εκδ. Γκοβόστης 1973, μετ. Άρης Αλεξάνδρου).

Τα δύο κείμενα είναι γραμμένα σε απόσταση διακοσίων πενήντα χρόνων περίπου μεταξύ τους, το πρώτο το 1596 στην Αγγλία και το δεύτερο το 1850 στη Ρωσία. Και είναι ίσως καιρός να καταλάβουμε, και κυρίως να αποδεχτούμε, ότι ο ρατσισμός δεν είναι απλή ανθρώπινη κακία που τιμωρείται διά νόμου. Αναπτύσσεται εκεί όπου απουσιάζει η δημοκρατία, η ελευθερία και η δικαιοσύνη. Ο σύγχρονος «αντισημιτισμός» της «δημοκρατικής» Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι η πρόθεσή της να αρνηθεί το πρόβλημα των προσφύγων, να κτίσει τείχη που θα προστατεύσουν το πολύτιμο «ευρωπαϊκό της κεκτημένο» και ν’ αφήσει τον σημερινό Εβραίο, την Ελλάδα δηλαδή, να ζήσει το ολοκαύτωμα -το δικό της και των προσφύγων- που κάποτε, όταν πια δεν θα έχει κανένα νόημα, θα αναγνωρίσει οπωσδήποτε η επίσημη ευρωπαϊκή ιστορία.

Ό,τι έγινε και με το Ολοκαύτωμα δηλαδή. Που αναγνωρίστηκε ως τέτοιο όταν η Ευρώπη θέλησε να ξεμπερδεύει με το αντισημιτικό της παρελθόν, για να επιδοθεί απερίσπαστη στην ίδρυση της μεγαλύτερης ιστορικής ουτοπίας, την ένωσή της. Και μακράν της ουτοπικής πρόθεσης που εμπεριέχεται αναγκαστικά σε όλα τα πολιτικά και κοινωνικά εγχειρήματα, όπως η πρόσφατη κίνηση DiEM25 του Γιάννη Βαρουφάκη, η Ευρωπαϊκή Ουτοπία είναι κυριολεκτική. Είναι ο «ου τόπος», γιατί δεν μπορείς να αναγνωρίσεις την ξεχωριστή της ταυτότητα σε κανένα εθνικό έδαφος.

Αυτό που μπορείς να αναγνωρίσεις είναι μόνον η επικυριαρχία μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, των Βρυξελλών, που ξεχύνει το αλαζονικό πλήθος των γραφειο-τεχνοκρατών της να σπείρει τον πανικό. Και για να ξαναθυμηθούμε την λογοτεχνία, πρόκειται για την Βιλέτ, τη χυδαία, επαρχιακή, μικρόψυχη πόλη που περιγράφει στο ομώνυμο βιβλίο της η Σαρλότ Μπροντέ.

Advertisements

Ο εμπρησμός του Reichstag και ο Ρόμπερτ Μούζιλ

Τον Φεβρουάριο του 1933 και ενώ επέκειντο οι εκλογές του Μαρτίου του ίδιου έτους που ανέδειξαν τον Χίτλερ και το ναζιστικό κόμμα ως την κυρίαρχη πολιτική δύναμη στο γερμανικό κοινοβούλιο, ξέσπασε η πυρκαγιά στο Reichstag. Πολλά έχουν λεχθεί και γραφτεί από τότε. Η πυρκαγιά θεωρήθηκε από τους ναζί ως συνωμοσία ανατροπής και οδήγησε στην κήρυξη ως παρανόμου του γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος και στη σύλληψη των βουλευτών και πολλών επιφανών μελών του. Από τους κομμουνιστές αντίστροφα θεωρήθηκε ως συνωμοσία των ναζί για να τεθεί το κόμμα εκτός του πολιτικού παιχνιδιού και να επιτευχθεί τελικά η άνετη εκλογική νίκη των εθνικοσοσιαλιστών που κατέλυσε την βραχύβια Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1919-1933).
Ανάμεσα σ’ αυτούς που συνελήφθησαν, αλλά αθωώθηκαν τελικά, ήταν και ο επικεφαλής της Κομιντέρν, Δημητρώφ. Ο μόνος που καταδικάστηκε και αποκεφαλίστηκε ήταν ο Ολλανδός Martinus Van Der Lubbe, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο, εργάτης και προλετάριος, πρώην στέλεχος του ολλανδικού κομμουνιστικού κόμματος, ο οποίος υποστήριξε από την αρχή ότι ήταν ο αυτουργός και ότι είχε πράξει με δική του πρωτοβουλία. Μόνο και μόνο για την ιστορία, αξίζει να αναφερθεί ότι όλοι πήραν τις αποστάσεις τους απ’ αυτό το πρόσωπο. Οι Ολλανδοί κομμουνιστές είπαν ότι ήταν παράφρων και ο Δημητρώφ στην απολογία του αμφισβήτησε επίμονα ότι είχε βρεθεί πάνω του ταυτότητα μέλους του κόμματος. Το σίγουρο ήταν ότι ήταν πολύ νέος, 20-22 ετών, ότι είχε χάσει την όρασή του από το ένα μάτι και ότι σαν πραγματικός προλετάριος τριγυρνούσε σε μια Ευρώπη τσακισμένη απ’ την διεθνή οικονομική κρίση του 1929, αναζητώντας ίσως δουλειά και μια μικρή ελπίδα. Και αυτό το γεγονός έχει τη σημασία του και τις διαχρονικές του αναλογίες.
Ο Van Der Lubbe αποκεφαλίστηκε, αλλά αποκαταστάθηκε από μεταγενέστερα γερμανικά δικαστήρια, από την βαθειά γερμανική ενοχή των μεταπολεμικών χρόνων και τον ιδιότυπο γερμανικό ιδεαλισμό που ανάγει τα πάντα σε θεωρητικές φόρμες και μπορεί να οδηγήσει στη λογική δικαίωση του παραδόξου. Η μεταθανάτια δικαίωση του νεαρού εργάτη είναι ένα από αυτά, όπως ήταν και η «τελική λύση» που εφαρμόστηκε με χειρουργική ακρίβεια από τον Άιχμαν για να αντιμετωπίσει τον «υπερπληθυσμό» στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάτι που έμεινε στην ιστορία από την Χάνα Άρεντ με τον όρο «η κοινοτοπία του κακού». Αν και προσωπικά δεν συντάσσομαι απόλυτα με τον όρο αυτό, εξηγεί και αποδίδει εντούτοις τον ιδεαλισμό μιας τάξης ανθρώπων που, με δημοσιοϋπαλληλική επάρκεια, διαχειρίζονται και ολοκληρώνουν το έργο που τούς έχει ανατεθεί. Τη μεταθανάτια αποκατάσταση του Ολλανδού εργάτη ή την λειτουργία των κρεματορίων.
Στην ιστορία όμως, έχει σημασία η αναλογία και ο τρόπος που ο ολοκληρωτισμός σου χτυπάει κάθε φορά την πόρτα. Λίγες μέρες μετά την πυρκαγιά του Reichstag, ανακοινώθηκαν από τον Γκαίμπελς τα μέτρα έκτακτης ανάγκης που έπρεπε να ληφθούν εν όψει της «κομμουνιστικής συνωμοσίας». Δηλαδή η θέση εκτός νόμου του κομμουνιστικού κόμματος και η αναστολή της ελευθερίας του τύπου και άλλων ατομικών ελευθεριών. Οι Γερμανοί πολίτες αμφιταλαντεύτηκαν. «Αν επρόκειτο για συνωμοσία, τότε ίσως όλα τα μέτρα να ήταν δικαιολογημένα».
Αντιγράφω από τα Ημερολόγια του Ρόμπερτ Μούζιλ (περ. ΔΕΝΤΡΟ τ. 23, 1981, απόδοση Τ. Χυτήρης, σελ. 73) :
«Η ελευθερία του τύπου, της έκφρασης, της συνείδησης, ο σεβασμός στον άνθρωπο κλπ., όλα δηλαδή τα βασικά φιλελεύθερα δικαιώματα του πολίτη, τώρα καταργήθηκαν χωρίς να ντραπεί ιδιαίτερα κανένας, αντίθετα θα έλεγα ότι ο πολύς ο κόσμος ούτε καν ταράχτηκε. Το δέχτηκαν όλοι όπως δεχόμαστε μια κακοκαιρία. Ο μέσος πολίτης δεν αισθάνεται ακόμα το κτύπημα. Θα μπορούσαμε να είμαστε βαθιά απογοητευμένοι απ’ όλα αυτά, πιο σωστό όμως είναι το συμπέρασμα ότι κανένας δεν δίνει ιδιαίτερη προσοχή για την κατάργηση αυτών των αξιών. Και είναι πράγματι έτσι. Η πειθαρχία του φασισμού είναι κυριολεκτικά μια πράξη που θέτει σε δοκιμασία τη διαίσθηση των μαζών. Από εδώ ξεκινάει και ο σημερινός συλλογικός άνθρωπος : Το άτομο αρχίζει να αναγνωρίζεται και επιζητά να οδηγηθεί από κάποιον, να υποστηριχθεί, να γίνει κατανοητό, να συμπεριληφθεί και να εγκλειστεί».
Τότε ήταν η οικονομική κρίση του 1929 και τώρα η οικονομική κρίση του 2008-2010. Τότε ήταν ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός και τώρα η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Τότε ήταν υπό διωγμό το κομμουνιστικό κόμμα και τώρα αποδυναμώνεται κάθε προσπάθεια πραγμάτωσης αριστερής πολιτικής. Τότε ήταν τα στρατόπεδα των Εβραίων και τώρα των προσφύγων. Τότε ήταν οι Ευρωπαίοι προλετάριοι σαν τον Van Der Lubbe και τώρα οι προλετάριοι μετανάστες του τρίτου κόσμου.
Ο κοινός τόπος είναι ο εγκλεισμός. Η απελπισμένη προσπάθεια του καθενός για την συμπερίληψή του σε έναν κόσμο μιας κάποιας ασφάλειας. Η παραμονή στο ευρώ, η διεθνής αστυνόμευση για την πάταξη της τρομοκρατίας, η καταστολή, η σταδιακή απώλεια των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων, όλα μοιάζουν να δικαιολογούνται κάτω απ’ την οπτική της ασφάλειας. Ο ολοκληρωτισμός εισχωρεί στην ανθρώπινη ψυχή και την κατακυριεύει. Τα εργαλεία του ήταν πάντα ο φόβος και το ψεύδος. Δηλαδή η έντονα καλλιεργούμενη πεποίθηση ότι πρόκειται για μια παροδική αναστολή της ευτυχίας και ότι κάθε επιπλέον δυσκολία, κατάργηση ή απαγόρευση σε φέρνει τελικά πιο κοντά στο αγαθό που καλείσαι να στερηθείς προσωρινά. Και αυτή η υποτιθέμενη προσωρινότητα, όχι απλώς δοκιμάζει, αλλά καταργεί τη διαίσθηση των μαζών, εξαλείφοντας το ζωντανό πολιτικό τους αισθητήριο, την άμεση αντίδρασή τους στη στέρηση δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Ο ολοκληρωτισμός επιτυγχάνεται επειδή επικεντρώνει στην πειθαρχία. Όχι σε οποιαδήποτε πειθαρχία, αλλά ειδικά στην πειθαρχία της στέρησης και της προσδοκίας. Τώρα δεν βρίσκεις δουλειά, αλλά όταν μειωθούν οι αμοιβές σου θα εισρεύσουν κεφάλαια και τα πράγματα θα καλυτερέψουν. Πάψε να υπερασπίζεσαι τα δάση και τις λίμνες και τα ποτάμια και οι διεθνείς επενδυτές θα σου προσφέρουν εργασία (βλ. χρυσωρυχεία Χαλκιδικής). Πάψε να κολλάς στην εθνική σου ανεξαρτησία και θα φας ψωμί (βλ. λιμάνια, πετρέλαια Αιγαίου κλπ.)….
Και κυρίως, είσαι ένοχος αν δεν μπορείς να δεχτείς τις «προκλήσεις της εποχής», άσχετα εάν οι προκλήσεις αυτές είναι οι όροι μιας αδιαφανούς κερδοσκοπίας, το ίδιο ένοχος όπως και όταν οι αμαρτίες σου δίκαια σε αποκλείουν από κάποιον άγνωστο παράδεισο.
Κανένα γερμανικό δικαστήριο δεν θα δικαίωνε σήμερα post mortem τον Van der Lubbe. Γιατί να νοιώθεις ένοχος ως Γερμανός, όταν μπορείς να είσαι Ευρωπαίος ; Άλλωστε η θανατική ποινή έχει πια καταργηθεί στην Ευρώπη. Προκρίθηκε ως πιο ανθρωπιστικός ο αργός θάνατος. Και των χωρών και των ανθρώπων.

Ο Ιερεμίας Μπένθαμ και οι Έλληνες

Ο Ιερεμίας Μπένθαμ, ο Άγγλος νομομαθής και φιλόσοφος του 19ου αιώνα, έμεινε στην ιστορία κυρίως για την σύλληψη της ιδέας του «πανοπτικού σωφρονιστηρίου», το γυάλινο δηλαδή κτίριο στο οποίο οι φυλακισμένοι θα ήταν πάντοτε και παντού ορατοί, για την επιδίωξη της κοινωνικής τους επανένταξης, ένα σχέδιο που ευτυχώς δεν υλοποιήθηκε μέχρι σήμερα. Τουλάχιστον όχι νομοθετικά, γιατί η πάντα πρωτοπόρα τεχνολογία έδωσε την κατ’ αρχήν δυνατότητα της κατάργησης κάθε ιδιωτικότητας με πολλούς τρόπους και κυρίως με αυτόν του τηλεοπτικού διασυρμού των πιο ευπαθών κοινωνικών ομάδων.
Ανεκδοτολογικά τώρα, λέγεται ότι ο Μπένθαμ εξακολουθούσε να είναι παρών στα Διοικητικά Συμβούλια του University College του Cambridge και μετά τον θάνατό του, σύμφωνα με τον όρο που είχε συμπεριλάβει στην διαθήκη του. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι ο βαλσαμωμένος Μπένθαμ μεταφερόταν με το καροτσάκι του στα συμβούλια αυτά, στα πρακτικά των οποίων σημειωνόταν με βρετανικό φλέγμα ότι ο Μπένθαμ παρίστατο μεν αλλά δεν ψήφιζε!
Σε ό,τι αφορά την ιστορία μας, ο Μπένθαμ είχε αναλάβει ενεργό ρόλο στην κατάρτιση των πρώτων νομοθετημάτων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και είναι ίσως από πολλές απόψεις ενδιαφέρουσα η αντίληψή του για τους προγόνους μας. Στο ενδιαφέρον βιβλίο «Ο Ιερεμίας Μπένθαμ και η Ελληνική Επανάσταση» (εκδ. της Βουλής των Ελλήνων 2012, σελ. 177-178), συμπεριλαμβάνεται μια επιστολή του Μπένθαμ προς τον Σιμόν Μπολιβάρ, γραμμένη στις 13/8/1825.
«…Όταν με επισκέφτηκαν πληρεξούσιοι από τη χώρα, μου παρουσίασαν συστατικές επιστολές από τις αρμόδιες αρχές. Όχι μόνο τους πρόσφερα τη φιλοξενία μου, αλλά και με δική τους παράκληση διατήρησα επί μακρόν εκτενή αλληλογραφία μαζί τους, κατά την οποία με αντιμετώπιζαν, τόσο οι ίδιοι όσο και οι εκλογείς τους, σαν πατέρα. Με δική τους προτροπή προσπάθησα, αλλά εις μάτην, να υπάρχει μια καλή σχέση μεταξύ αυτών και των γενναιόδωρων ευεργετών τους, του λεγομένου Ελληνικού Κομιτάτου, οι οποίοι τους χορήγησαν και το πρώτο δάνειο. Ωστόσο, πρέπει μετά λύπης μου να επισημάνω ότι εξαρχής με τη συμπεριφορά που επέδειξαν έκαναν να πάντα για να αποτρέψουν τη χορήγηση αυτού του δανείου. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ένα τέτοιο μείγμα άγνοιας, αδικαιολόγητης καχυποψίας, ανειλικρίνειας, απιστίας, αγένειας, αδιαφορίας, εριστικότητας, ακρισίας, υπερηφάνειας, ματαιοδοξίας και επιπολαιότητας, σε συνδυασμό με πλήρη ανικανότητα πολιτικών χειρισμών, εάν δεν το είχα γνωρίσει εκ του πλησίον. …. Έχω σοβαρούς λόγους να φοβάμαι πως αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα των συμπατριωτών τους. Εκτός από ανταρτοπόλεμο, δεν είναι ικανοί για τίποτα άλλο. Συνεχώς φιλονικούν μεταξύ τους και κάνουν όλους όσοι σπεύδουν από άλλες χώρες προς βοήθειά τους να παραπονιούνται δικαιολογημένα. Έτσι κανείς πλέον δεν μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι η κατάληξη αυτού του αγώνα ενάντια στους πολύ πιο ανίκανους Τούρκους…».
Ας τονιστεί ότι το κείμενο προέρχεται από φιλέλληνα, για να φανταστούμε πώς θα ήταν τα σχόλια των μισελλήνων…
Σε ένα κείμενο όμως υπάρχουν πολλές αναγνώσεις και κάθε εποχή έχει ή επικαιροποιεί την δική της ανάγνωση. Σήμερα, ας πούμε, αντιμετωπίζουμε και πάλι την «πατρική» αποδοκιμασία των ευρωπαϊκών θεσμών για τον χειρισμό του προσφυγικού ζητήματος. Στην εποχή του Μπένθαμ, η Ευρώπη ανησυχούσε για τις εθνικές επαναστάσεις και για τα εθνικά κράτη που προέκυπταν από την διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σήμερα ανησυχεί για την εισβολή στα εδάφη της των θυμάτων των δικών της ιμπεριαλιστικών πολέμων. Τα θύματα αυτά πρέπει πάση θυσία να εγκλωβιστούν στο ελληνικό έδαφος και η Ελλάδα να στέκεται για πάντα με την πλάτη στον τοίχο, σε διαρκή ετοιμότητα να δεχτεί την επιτίμηση ή τη νουθεσία. Ο Μπένθαμ ίσως θα ήταν αναγκασμένος σήμερα να αναγνωρίσει ότι η Τουρκία είναι μάλλον ικανώτερη από την Ελλάδα.
Με ενδιαφέρει κυρίως ο υφέρπων ανθελληνισμός των φιλελλήνων -κυρίως των ευρωπαίων- όλων των εποχών. Δεν πρόκειται μόνον για τους ταπεινωτικούς χαρακτηρισμούς και για ένα υπόρρητο αξιακό σύστημα που ανάγει διαρκώς την Ελλάδα και τους Έλληνες στους παρίες των ευρωπαϊκών θεσμών, καθώς και των κοινωνικών και πολιτικών αντιλήψεών τους, από τα οποία αυτοί πρέπει πάντα να διδάσκονται. Είναι η βαθειά ριζωμένη -και πλέον θεσμική- ευρωπαϊκή πεποίθηση ότι οι Έλληνες δεν μπορούν και δεν πρέπει να κάνουν κουμάντο στον τόπο τους.
Πώς το λέει ο Μπένθαμ; «Οι γενναιόδωροι ευεργέτες που τους χορήγησαν το πρώτο δάνειο…». Ξέρουμε όμως σήμερα καλά τι σημαίνει γενναιοδωρία, ευεργεσία και δάνειο. Και ότι πάντα, αργά ή γρήγορα, θα επιδιώκεται η άγρια και πολλαπλάσια επιστροφή τους στους ανυστερόβουλους χορηγούς. Ο φιλελληνισμός υπήρξε η φενάκη του ελληνισμού, γιατί αυτό που πάντα επεδίωκε ήταν η πολιτισμική του άλωση και η υποταγή του σε ξένα πρότυπα. Και γιατί αν αφαιρέσεις αυτά τι απομένει; Σπασμένα μάρμαρα, η ανυπέρβλητη ομορφιά του τοπίου και ένας λαός πάντα πρόθυμος να υπηρετεί με τον δίσκο του σερβιτόρου στο χέρι.
Υιοθετώ όμως ανεπιφύλακτα μια φράση απ’ την επιστολή του Μπένθαμ. «Εκτός από ανταρτοπόλεμο, δεν είναι ικανοί για τίποτα άλλο». Ο ανταρτοπόλεμος… Τον γνωρίζουμε καλά σ’ αυτήν τη χώρα, μόνον που δεν υπάρχει πια καμιά ιδέα ικανή να μας συνεγείρει. Τώρα που την χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ, κάθε εθνική ιδέα μάς έχει εγκαταλείψει. Η υπεράσπισή της κρίθηκε εδώ και χρόνια αναχρονιστική κι έτσι την αφήσαμε στα χέρια του φυσικού της εχθρού, του φασισμού, να την φυλάει όπως ο λύκος τα πρόβατα.