Ο Ιερεμίας Μπένθαμ και οι Έλληνες

Ο Ιερεμίας Μπένθαμ, ο Άγγλος νομομαθής και φιλόσοφος του 19ου αιώνα, έμεινε στην ιστορία κυρίως για την σύλληψη της ιδέας του «πανοπτικού σωφρονιστηρίου», το γυάλινο δηλαδή κτίριο στο οποίο οι φυλακισμένοι θα ήταν πάντοτε και παντού ορατοί, για την επιδίωξη της κοινωνικής τους επανένταξης, ένα σχέδιο που ευτυχώς δεν υλοποιήθηκε μέχρι σήμερα. Τουλάχιστον όχι νομοθετικά, γιατί η πάντα πρωτοπόρα τεχνολογία έδωσε την κατ’ αρχήν δυνατότητα της κατάργησης κάθε ιδιωτικότητας με πολλούς τρόπους και κυρίως με αυτόν του τηλεοπτικού διασυρμού των πιο ευπαθών κοινωνικών ομάδων.
Ανεκδοτολογικά τώρα, λέγεται ότι ο Μπένθαμ εξακολουθούσε να είναι παρών στα Διοικητικά Συμβούλια του University College του Cambridge και μετά τον θάνατό του, σύμφωνα με τον όρο που είχε συμπεριλάβει στην διαθήκη του. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι ο βαλσαμωμένος Μπένθαμ μεταφερόταν με το καροτσάκι του στα συμβούλια αυτά, στα πρακτικά των οποίων σημειωνόταν με βρετανικό φλέγμα ότι ο Μπένθαμ παρίστατο μεν αλλά δεν ψήφιζε!
Σε ό,τι αφορά την ιστορία μας, ο Μπένθαμ είχε αναλάβει ενεργό ρόλο στην κατάρτιση των πρώτων νομοθετημάτων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και είναι ίσως από πολλές απόψεις ενδιαφέρουσα η αντίληψή του για τους προγόνους μας. Στο ενδιαφέρον βιβλίο «Ο Ιερεμίας Μπένθαμ και η Ελληνική Επανάσταση» (εκδ. της Βουλής των Ελλήνων 2012, σελ. 177-178), συμπεριλαμβάνεται μια επιστολή του Μπένθαμ προς τον Σιμόν Μπολιβάρ, γραμμένη στις 13/8/1825.
«…Όταν με επισκέφτηκαν πληρεξούσιοι από τη χώρα, μου παρουσίασαν συστατικές επιστολές από τις αρμόδιες αρχές. Όχι μόνο τους πρόσφερα τη φιλοξενία μου, αλλά και με δική τους παράκληση διατήρησα επί μακρόν εκτενή αλληλογραφία μαζί τους, κατά την οποία με αντιμετώπιζαν, τόσο οι ίδιοι όσο και οι εκλογείς τους, σαν πατέρα. Με δική τους προτροπή προσπάθησα, αλλά εις μάτην, να υπάρχει μια καλή σχέση μεταξύ αυτών και των γενναιόδωρων ευεργετών τους, του λεγομένου Ελληνικού Κομιτάτου, οι οποίοι τους χορήγησαν και το πρώτο δάνειο. Ωστόσο, πρέπει μετά λύπης μου να επισημάνω ότι εξαρχής με τη συμπεριφορά που επέδειξαν έκαναν να πάντα για να αποτρέψουν τη χορήγηση αυτού του δανείου. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ένα τέτοιο μείγμα άγνοιας, αδικαιολόγητης καχυποψίας, ανειλικρίνειας, απιστίας, αγένειας, αδιαφορίας, εριστικότητας, ακρισίας, υπερηφάνειας, ματαιοδοξίας και επιπολαιότητας, σε συνδυασμό με πλήρη ανικανότητα πολιτικών χειρισμών, εάν δεν το είχα γνωρίσει εκ του πλησίον. …. Έχω σοβαρούς λόγους να φοβάμαι πως αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα των συμπατριωτών τους. Εκτός από ανταρτοπόλεμο, δεν είναι ικανοί για τίποτα άλλο. Συνεχώς φιλονικούν μεταξύ τους και κάνουν όλους όσοι σπεύδουν από άλλες χώρες προς βοήθειά τους να παραπονιούνται δικαιολογημένα. Έτσι κανείς πλέον δεν μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι η κατάληξη αυτού του αγώνα ενάντια στους πολύ πιο ανίκανους Τούρκους…».
Ας τονιστεί ότι το κείμενο προέρχεται από φιλέλληνα, για να φανταστούμε πώς θα ήταν τα σχόλια των μισελλήνων…
Σε ένα κείμενο όμως υπάρχουν πολλές αναγνώσεις και κάθε εποχή έχει ή επικαιροποιεί την δική της ανάγνωση. Σήμερα, ας πούμε, αντιμετωπίζουμε και πάλι την «πατρική» αποδοκιμασία των ευρωπαϊκών θεσμών για τον χειρισμό του προσφυγικού ζητήματος. Στην εποχή του Μπένθαμ, η Ευρώπη ανησυχούσε για τις εθνικές επαναστάσεις και για τα εθνικά κράτη που προέκυπταν από την διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σήμερα ανησυχεί για την εισβολή στα εδάφη της των θυμάτων των δικών της ιμπεριαλιστικών πολέμων. Τα θύματα αυτά πρέπει πάση θυσία να εγκλωβιστούν στο ελληνικό έδαφος και η Ελλάδα να στέκεται για πάντα με την πλάτη στον τοίχο, σε διαρκή ετοιμότητα να δεχτεί την επιτίμηση ή τη νουθεσία. Ο Μπένθαμ ίσως θα ήταν αναγκασμένος σήμερα να αναγνωρίσει ότι η Τουρκία είναι μάλλον ικανώτερη από την Ελλάδα.
Με ενδιαφέρει κυρίως ο υφέρπων ανθελληνισμός των φιλελλήνων -κυρίως των ευρωπαίων- όλων των εποχών. Δεν πρόκειται μόνον για τους ταπεινωτικούς χαρακτηρισμούς και για ένα υπόρρητο αξιακό σύστημα που ανάγει διαρκώς την Ελλάδα και τους Έλληνες στους παρίες των ευρωπαϊκών θεσμών, καθώς και των κοινωνικών και πολιτικών αντιλήψεών τους, από τα οποία αυτοί πρέπει πάντα να διδάσκονται. Είναι η βαθειά ριζωμένη -και πλέον θεσμική- ευρωπαϊκή πεποίθηση ότι οι Έλληνες δεν μπορούν και δεν πρέπει να κάνουν κουμάντο στον τόπο τους.
Πώς το λέει ο Μπένθαμ; «Οι γενναιόδωροι ευεργέτες που τους χορήγησαν το πρώτο δάνειο…». Ξέρουμε όμως σήμερα καλά τι σημαίνει γενναιοδωρία, ευεργεσία και δάνειο. Και ότι πάντα, αργά ή γρήγορα, θα επιδιώκεται η άγρια και πολλαπλάσια επιστροφή τους στους ανυστερόβουλους χορηγούς. Ο φιλελληνισμός υπήρξε η φενάκη του ελληνισμού, γιατί αυτό που πάντα επεδίωκε ήταν η πολιτισμική του άλωση και η υποταγή του σε ξένα πρότυπα. Και γιατί αν αφαιρέσεις αυτά τι απομένει; Σπασμένα μάρμαρα, η ανυπέρβλητη ομορφιά του τοπίου και ένας λαός πάντα πρόθυμος να υπηρετεί με τον δίσκο του σερβιτόρου στο χέρι.
Υιοθετώ όμως ανεπιφύλακτα μια φράση απ’ την επιστολή του Μπένθαμ. «Εκτός από ανταρτοπόλεμο, δεν είναι ικανοί για τίποτα άλλο». Ο ανταρτοπόλεμος… Τον γνωρίζουμε καλά σ’ αυτήν τη χώρα, μόνον που δεν υπάρχει πια καμιά ιδέα ικανή να μας συνεγείρει. Τώρα που την χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ, κάθε εθνική ιδέα μάς έχει εγκαταλείψει. Η υπεράσπισή της κρίθηκε εδώ και χρόνια αναχρονιστική κι έτσι την αφήσαμε στα χέρια του φυσικού της εχθρού, του φασισμού, να την φυλάει όπως ο λύκος τα πρόβατα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s