Ο εμπρησμός του Reichstag και ο Ρόμπερτ Μούζιλ

Τον Φεβρουάριο του 1933 και ενώ επέκειντο οι εκλογές του Μαρτίου του ίδιου έτους που ανέδειξαν τον Χίτλερ και το ναζιστικό κόμμα ως την κυρίαρχη πολιτική δύναμη στο γερμανικό κοινοβούλιο, ξέσπασε η πυρκαγιά στο Reichstag. Πολλά έχουν λεχθεί και γραφτεί από τότε. Η πυρκαγιά θεωρήθηκε από τους ναζί ως συνωμοσία ανατροπής και οδήγησε στην κήρυξη ως παρανόμου του γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος και στη σύλληψη των βουλευτών και πολλών επιφανών μελών του. Από τους κομμουνιστές αντίστροφα θεωρήθηκε ως συνωμοσία των ναζί για να τεθεί το κόμμα εκτός του πολιτικού παιχνιδιού και να επιτευχθεί τελικά η άνετη εκλογική νίκη των εθνικοσοσιαλιστών που κατέλυσε την βραχύβια Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1919-1933).
Ανάμεσα σ’ αυτούς που συνελήφθησαν, αλλά αθωώθηκαν τελικά, ήταν και ο επικεφαλής της Κομιντέρν, Δημητρώφ. Ο μόνος που καταδικάστηκε και αποκεφαλίστηκε ήταν ο Ολλανδός Martinus Van Der Lubbe, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο, εργάτης και προλετάριος, πρώην στέλεχος του ολλανδικού κομμουνιστικού κόμματος, ο οποίος υποστήριξε από την αρχή ότι ήταν ο αυτουργός και ότι είχε πράξει με δική του πρωτοβουλία. Μόνο και μόνο για την ιστορία, αξίζει να αναφερθεί ότι όλοι πήραν τις αποστάσεις τους απ’ αυτό το πρόσωπο. Οι Ολλανδοί κομμουνιστές είπαν ότι ήταν παράφρων και ο Δημητρώφ στην απολογία του αμφισβήτησε επίμονα ότι είχε βρεθεί πάνω του ταυτότητα μέλους του κόμματος. Το σίγουρο ήταν ότι ήταν πολύ νέος, 20-22 ετών, ότι είχε χάσει την όρασή του από το ένα μάτι και ότι σαν πραγματικός προλετάριος τριγυρνούσε σε μια Ευρώπη τσακισμένη απ’ την διεθνή οικονομική κρίση του 1929, αναζητώντας ίσως δουλειά και μια μικρή ελπίδα. Και αυτό το γεγονός έχει τη σημασία του και τις διαχρονικές του αναλογίες.
Ο Van Der Lubbe αποκεφαλίστηκε, αλλά αποκαταστάθηκε από μεταγενέστερα γερμανικά δικαστήρια, από την βαθειά γερμανική ενοχή των μεταπολεμικών χρόνων και τον ιδιότυπο γερμανικό ιδεαλισμό που ανάγει τα πάντα σε θεωρητικές φόρμες και μπορεί να οδηγήσει στη λογική δικαίωση του παραδόξου. Η μεταθανάτια δικαίωση του νεαρού εργάτη είναι ένα από αυτά, όπως ήταν και η «τελική λύση» που εφαρμόστηκε με χειρουργική ακρίβεια από τον Άιχμαν για να αντιμετωπίσει τον «υπερπληθυσμό» στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάτι που έμεινε στην ιστορία από την Χάνα Άρεντ με τον όρο «η κοινοτοπία του κακού». Αν και προσωπικά δεν συντάσσομαι απόλυτα με τον όρο αυτό, εξηγεί και αποδίδει εντούτοις τον ιδεαλισμό μιας τάξης ανθρώπων που, με δημοσιοϋπαλληλική επάρκεια, διαχειρίζονται και ολοκληρώνουν το έργο που τούς έχει ανατεθεί. Τη μεταθανάτια αποκατάσταση του Ολλανδού εργάτη ή την λειτουργία των κρεματορίων.
Στην ιστορία όμως, έχει σημασία η αναλογία και ο τρόπος που ο ολοκληρωτισμός σου χτυπάει κάθε φορά την πόρτα. Λίγες μέρες μετά την πυρκαγιά του Reichstag, ανακοινώθηκαν από τον Γκαίμπελς τα μέτρα έκτακτης ανάγκης που έπρεπε να ληφθούν εν όψει της «κομμουνιστικής συνωμοσίας». Δηλαδή η θέση εκτός νόμου του κομμουνιστικού κόμματος και η αναστολή της ελευθερίας του τύπου και άλλων ατομικών ελευθεριών. Οι Γερμανοί πολίτες αμφιταλαντεύτηκαν. «Αν επρόκειτο για συνωμοσία, τότε ίσως όλα τα μέτρα να ήταν δικαιολογημένα».
Αντιγράφω από τα Ημερολόγια του Ρόμπερτ Μούζιλ (περ. ΔΕΝΤΡΟ τ. 23, 1981, απόδοση Τ. Χυτήρης, σελ. 73) :
«Η ελευθερία του τύπου, της έκφρασης, της συνείδησης, ο σεβασμός στον άνθρωπο κλπ., όλα δηλαδή τα βασικά φιλελεύθερα δικαιώματα του πολίτη, τώρα καταργήθηκαν χωρίς να ντραπεί ιδιαίτερα κανένας, αντίθετα θα έλεγα ότι ο πολύς ο κόσμος ούτε καν ταράχτηκε. Το δέχτηκαν όλοι όπως δεχόμαστε μια κακοκαιρία. Ο μέσος πολίτης δεν αισθάνεται ακόμα το κτύπημα. Θα μπορούσαμε να είμαστε βαθιά απογοητευμένοι απ’ όλα αυτά, πιο σωστό όμως είναι το συμπέρασμα ότι κανένας δεν δίνει ιδιαίτερη προσοχή για την κατάργηση αυτών των αξιών. Και είναι πράγματι έτσι. Η πειθαρχία του φασισμού είναι κυριολεκτικά μια πράξη που θέτει σε δοκιμασία τη διαίσθηση των μαζών. Από εδώ ξεκινάει και ο σημερινός συλλογικός άνθρωπος : Το άτομο αρχίζει να αναγνωρίζεται και επιζητά να οδηγηθεί από κάποιον, να υποστηριχθεί, να γίνει κατανοητό, να συμπεριληφθεί και να εγκλειστεί».
Τότε ήταν η οικονομική κρίση του 1929 και τώρα η οικονομική κρίση του 2008-2010. Τότε ήταν ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός και τώρα η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Τότε ήταν υπό διωγμό το κομμουνιστικό κόμμα και τώρα αποδυναμώνεται κάθε προσπάθεια πραγμάτωσης αριστερής πολιτικής. Τότε ήταν τα στρατόπεδα των Εβραίων και τώρα των προσφύγων. Τότε ήταν οι Ευρωπαίοι προλετάριοι σαν τον Van Der Lubbe και τώρα οι προλετάριοι μετανάστες του τρίτου κόσμου.
Ο κοινός τόπος είναι ο εγκλεισμός. Η απελπισμένη προσπάθεια του καθενός για την συμπερίληψή του σε έναν κόσμο μιας κάποιας ασφάλειας. Η παραμονή στο ευρώ, η διεθνής αστυνόμευση για την πάταξη της τρομοκρατίας, η καταστολή, η σταδιακή απώλεια των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων, όλα μοιάζουν να δικαιολογούνται κάτω απ’ την οπτική της ασφάλειας. Ο ολοκληρωτισμός εισχωρεί στην ανθρώπινη ψυχή και την κατακυριεύει. Τα εργαλεία του ήταν πάντα ο φόβος και το ψεύδος. Δηλαδή η έντονα καλλιεργούμενη πεποίθηση ότι πρόκειται για μια παροδική αναστολή της ευτυχίας και ότι κάθε επιπλέον δυσκολία, κατάργηση ή απαγόρευση σε φέρνει τελικά πιο κοντά στο αγαθό που καλείσαι να στερηθείς προσωρινά. Και αυτή η υποτιθέμενη προσωρινότητα, όχι απλώς δοκιμάζει, αλλά καταργεί τη διαίσθηση των μαζών, εξαλείφοντας το ζωντανό πολιτικό τους αισθητήριο, την άμεση αντίδρασή τους στη στέρηση δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Ο ολοκληρωτισμός επιτυγχάνεται επειδή επικεντρώνει στην πειθαρχία. Όχι σε οποιαδήποτε πειθαρχία, αλλά ειδικά στην πειθαρχία της στέρησης και της προσδοκίας. Τώρα δεν βρίσκεις δουλειά, αλλά όταν μειωθούν οι αμοιβές σου θα εισρεύσουν κεφάλαια και τα πράγματα θα καλυτερέψουν. Πάψε να υπερασπίζεσαι τα δάση και τις λίμνες και τα ποτάμια και οι διεθνείς επενδυτές θα σου προσφέρουν εργασία (βλ. χρυσωρυχεία Χαλκιδικής). Πάψε να κολλάς στην εθνική σου ανεξαρτησία και θα φας ψωμί (βλ. λιμάνια, πετρέλαια Αιγαίου κλπ.)….
Και κυρίως, είσαι ένοχος αν δεν μπορείς να δεχτείς τις «προκλήσεις της εποχής», άσχετα εάν οι προκλήσεις αυτές είναι οι όροι μιας αδιαφανούς κερδοσκοπίας, το ίδιο ένοχος όπως και όταν οι αμαρτίες σου δίκαια σε αποκλείουν από κάποιον άγνωστο παράδεισο.
Κανένα γερμανικό δικαστήριο δεν θα δικαίωνε σήμερα post mortem τον Van der Lubbe. Γιατί να νοιώθεις ένοχος ως Γερμανός, όταν μπορείς να είσαι Ευρωπαίος ; Άλλωστε η θανατική ποινή έχει πια καταργηθεί στην Ευρώπη. Προκρίθηκε ως πιο ανθρωπιστικός ο αργός θάνατος. Και των χωρών και των ανθρώπων.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s