Το Mega κλείνει. Λες;

Μέχρι και το Mega πάει για κλείσιμο. Ο θεσμός των μίντια. Ο κολοσσός της ενημέρωσης. Ο άρχοντας του τρόμου. Και αυτό γεννάει κάποιες ελπίδες και για άλλους θεσμούς ότι μπορεί κάποτε να πάρουν την κάτω βόλτα. Γιατί στις μέρες μας οι θεσμοί δεν εκφράζουν απλώς το σύστημα, στο οποίο καμμιά φορά μπορεί να βγάλουμε και τη γλώσσα, εκφράζουν τον ολοκληρωτισμό, την τελευτή του ανθρώπινου όντος ως υποκειμένου λογικών σκέψεων και κυρίως ως εκφραστή αντιρρήσεων.

Και αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σε όλο το πολιτικό και ιδεολογικό φάσμα. Ο καθένας κρατάει την ετικέτα «ρατσισμός – φασισμός», έτοιμος να την κολλήσει στη μούρη του αντιπάλου του και να τού κλείσει το στόμα. Και αυτό είναι μια από τις επιρροές των «θεσμών» στην καθημερινή μας πρακτική της απομείωσης της λογικής. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, ο κοινοβουλευτισμός -μ’ ένα touch από κληρονομική μοναρχία στα καθ’ ημάς-, η δικαστική εξουσία, οι Τράπεζες, τα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια που μονοπωλούν την ενημέρωση, αποτελούν όλα τους θεσμούς που συντηρούν το χάος, την αδιαφάνεια και την άγνοια. Τι επιδιώκουν; Να μην υπάρχει καμμία αλήθεια έξω απ’ το ασφυκτικό τους πλαίσιο.

Με την ίδια λογική, αν έχεις ορίσει και προκαθορίσει το περιεχόμενο του φασισμού ή του ρατσισμού είναι αδύνατο να το αναγνωρίσεις στον εαυτό σου. Είναι αδύνατον να αναγνωρίσεις ότι μετατρέπεσαι σταδιακά σε θεσμό από τον οποίον και μόνον εκπορεύεται η ολοκληρωτική σου αλήθεια.

Θυμάμαι καμμιά φορά ορισμένα ρατσιστικά ανέκδοτα. «Τι είναι χίλιοι δικηγόροι στον πάτο της θάλασσας; Μια καλή αρχή!». Και λέω ρατσιστικά γιατί ρατσισμός δεν είναι οι λέξεις, αλλά η στοχοποίηση ανθρώπων, επαγγελμάτων ή κοινωνικών ομάδων, χωρίς πολιτικό κριτήριο ή μάλλον με το κριτήριο μιας συνολικής απογοήτευσης από το σύστημα, από κάθε σύστημα. Φαίνεται αστείο και ο διακωμωδούμενος δεν τολμάει να διαμαρτυρηθεί, ακριβώς επειδή οφείλει να επωμισθεί το βάρος και την ανεπάρκεια του συστήματος, ακόμη και την υπόκωφη οργή για τα υποτιθέμενα προνόμια μιας κάστας. Συναινεί απρόθυμα σ’ αυτό το ελάχιστο αντιστάθμισμα του ανήκειν.

Αν όμως πεις «τι είναι χίλιοι πρόσφυγες στον πάτο της θάλασσας;» και τολμήσεις να δώσεις την ίδια απάντηση, απλώς την έχεις βάψει. Τι είναι αυτό που κάνει τον έναν ρατσισμό ανεκτό, ακόμα και δυσδιάκριτο, και τον άλλον σχεδόν έγκλημα; Κι αν τολμώ αυτήν την ακραία μεταφορά δεν είναι επειδή θεωρώ ισόβαθμη την αστειότητα, ούτε επειδή δεν αντιλαμβάνομαι τη διαφορά στην τραγικότητα, αλλά επειδή θέλω να τονίσω την ανεπάρκεια της λογικής που μετατρέπει μια πραγματικότητα σε θεσμική αυταξία χωρίς κανένα περιθώριο στην αντίθετη άποψη.

Αν στις μέρες μας πεις ανοιχτά ότι το προσφυγικό ζήτημα είναι μια ανοιχτή πληγή για τη χώρα μας, το μόνο που θα κερδίσεις θα είναι η ετικέτα που προανέφερα. Αν μιλήσεις για ένα αβέβαιο πολιτιστικό μέλλον, το οποίο ήδη διαγράφεται και με το οποίο δεν συναινείς, μάλλον θα πρέπει να σου αφαιρεθεί το δικαίωμα του λόγου. Αν επιμείνεις οι «πολιτικώς ορθά» σκεπτόμενοι μπορεί να προχωρήσουν και σε διαπόμπευση, εξαιρετικά εύκολη άλλωστε ειδικά στον διαδικτυακό κόσμο.

Το Mega πάει για κλείσιμο. Αλλά για να πω την αλήθεια αυτό κάπως με στεναχωρεί. Γιατί όσο υπάρχει γνωρίζεις τουλάχιστον τι πρέπει και τι δεν πρέπει να πιστέψεις. Αν όμως κλείσει, οι ατσαλάκωτοι τρομογράφοι του γύρευε πού θα διασπαρούν και πόσο περισσότερο θα θολώσουν το τοπίο της ενημέρωσης. Σαν τους μονοθεματικούς αγώνες των Μ.Κ.Ο. Τους έχεις απέναντί σου και κατά κάποιο τρόπο ξέρεις τι κάνουν. Αλίμονο όμως αν διασκορπιστούν ανάμεσά μας. Τόση πολιτική ορθότητα είναι αδύνατον να την διαχειριστείς.

Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία …

Δεν είναι τόσο ότι το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία, όσο ότι βλάπτει την οικονομία. Η αρχική μεγαλοφυής σύλληψη της αντικαπνιστικής εκστρατείας ήταν να δικαιολογηθεί η υπερβολική φορολόγηση των προϊόντων του καπνού. Με το πρόσχημα ότι προστατεύουν την υγεία έχουν εξακοντίσει το σχετικό έμμεσο φόρο σε ασύλληπτα μεγέθη. Και όλα πήγαιναν καλά μέχρι να εμφανιστούν τα παράνομα τσιγάρα στην αγορά. Και όταν μιλάμε για «παράνομα τσιγάρα» μιλάμε για την αποφυγή του φόρου και όχι για την πιθανότητα τα τσιγάρα αυτά να έχουν αδιαφανούς ποιότητας πρώτη ύλη.

Στο μεταξύ τα παράνομα τσιγάρα πουλιούνται τα πέντε τουλάχιστον τελευταία χρόνια σε συγκεκριμένες πιάτσες. Μία από αυτές, σε ό,τι αφορά τη δική μου γνώση, είναι η οδός Στουρνάρα στην Πλατεία Εξαρχείων. Επί χρόνια βλέπω τα ίδια πρόσωπα να συναλλάσσονται με διερχόμενους περαστικούς και εποχούμενους, κυρίως ταξιτζήδες, είτε στο εντελώς φανερό είτε λίγο πιο συγκεκαλυμμένα, με τα τσιγάρα να κρύβονται κάτω από σταθμευμένα αυτοκίνητα, μέσα στα ξεκλείδωτα μεταλλικά κουτιά του ΟΤΕ, ακόμα και στα ρολόγια της ΕΥΔΑΠ στα πεζοδρόμια. Υποθέτω ότι δεν τα βλέπω μόνον εγώ, αλλά οι πάντες, συμπεριλαμβανομένων των ενστόλων και μη που περιφέρονται στην περιοχή.

Θέλω μ’ αυτήν την εισαγωγή να πω ότι είναι πολύ εύκολο να συλληφθούν όσοι διακινούν παράνομα τσιγάρα. Και δεν εννοώ βέβαια τους φουκαράδες που περιφέρονται όρθιοι στα πεζοδρόμια κερδίζοντας το μεροκάματο του τρόμου. Αντ’ αυτού η πάντα πολύπλοκη σκέψη των κρατικών οργάνων συνέλαβε το σχέδιο να πείσει τους καταναλωτές να απέχουν από την προμήθεια αυτών των τσιγάρων. Με οπωσδήποτε υψηλό κόστος οι συρμοί του μετρό και άλλα σημεία γέμισαν με ακριβά γραφιστικά, από τα οποία ενημερώνεσαι ότι άν αγοράζεις παράνομα τσιγάρα κάνεις μεγάλη ζημιά στην οικονομία και ότι μετά οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν το κενό στα φορολογικά έσοδα.

Ούτε λόγος πια για το «τσιγάρο που βλάπτει σοβαρά την υγεία, που μπορεί να σκοτώσει κ.λ.π». Γιατί αυτό το σύμπαν από διαφημιστικά σποτ, που είτε παραληρεί από προκλητές επιθυμίες και life style, είτε προσπαθεί να σε φέρει στον «ίσιο δρόμο», λέει τελικά σχεδόν πάντα την αλήθεια, αν το δεις κάτω από μια ορισμένη οπτική γωνία. Για την προστασία δήθεν του καπνιστή, η φορολογία του καπνού έγινε ένας από τους υψηλότερους έμμεσους φόρους. Και πετύχαινε για χρόνια το σκοπό της. Και με το παραπάνω μάλιστα.

Γιατί ο μέσος καπνιστής κάπνιζε περισσότερο κάθε φορά που η τιμή των τσιγάρων αυξανόταν, μάλλον από κάποια παράλογη ελπίδα ότι με την αύξηση του καπνίσματος θα μείωνε ίσως το άγχος της διαρκούς φοροεισπρακτικής επιδρομής που υφίστατο. Ή ακόμα με ποιητικό πείσμα, κάνοντας πράξη το στίχο του Μπέρτολτ Μπρεχτ. «Ορκίζομαι στους σεισμούς που μέλλονται για νάρθουν, πως δεν θ’ αφήσω το πούρο μου να σβήσει απ’ τον καημό μου…». Όταν με τα παράνομα τσιγάρα η είσπραξη του φόρου άρχισε να μειώνεται, η νέα εκστρατεία απευθύνεται πια στο φόβο του μέσου πολίτη ότι είτε καπνιστής είτε όχι θα κληθεί οπωσδήποτε να πληρώσει τη ζημιά που προκαλούν οι καπνιστές που αποφεύγουν το φόρο.

Αφού όμως μπαίνουν στον κόπο και το έξοδο της συγκεκριμένης καμπάνιας, δεν είναι πιο απλό να κυνηγήσουν τους διακινητές με την αστυνομική δύναμη που ήδη διαθέτουν και πληρώνουν; Ή να συμψηφίσουν γενναιόδωρα το κόστος της καμπάνιας με την απώλεια των φόρων και να μας αφήσουν όλους ήσυχους; Ή δεν θα ήταν απείρως αποδοτικώτερη για το δημόσιο απλώς η μείωση του φόρου; Το μόνο όμως που ζητά η κάθε εξουσία είναι «ή χωροφύλακες ή εγκληματίες». Αυτός που αποφεύγει το φόρο είναι εγκληματίας, άρα οι υπόλοιποι πρέπει να μετατραπούν σε χωροφύλακα και να κυνηγήσουν μόνοι τους τον παραβάτη.

Ο καπνιστής μάλιστα διαπράττει διπλό έγκλημα. Διότι ήταν η ελπίδα του έθνους για εσαεί φορολόγηση. Να μου το θυμηθείτε. Ο επόμενος οικονομικός εγκληματίας δεν θα είναι αυτός που δεν αποδίδει τον Φ.Π.Α., ούτε ο καπνιστής που προμηθεύεται παράνομα τσιγάρα, αλλά ο καπνιστής που έκοψε το κάπνισμα!

«Ζωή χωρίς καπνό είναι καπνός χωρίς ψητό», γράφει ο Τσέζαρε Παβέζε στο Il mestiere di vivere. Και αναφέρεται βέβαια στην απόλαυση του καπνίσματος, με την οποία καθόλου δεν διαφωνώ. Εξακολουθώ όμως να ονειρεύομαι εκείνη τη φανταστική μέρα που ένας πηχυαίος τίτλος θα δεσπόζει στις ειδήσεις «μειώθηκε η τιμή των τσιγάρων!». Εάν εκείνη τη στιγμή τύχει να καπνίζω, μάλλον θα το σβήσω από έκπληξη. Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο βήμα που θα νομιμοποιεί την κάθε εξουσία να κάνει καμπάνιες για το τι είναι ή δεν είναι καλό για την υγεία μας.

Ο Φάουστ, ο Ησαύ, ο Δον Κιχώτης, ακόμα κι ο Ροσινάντης…

Ο Φάουστ είναι ο ήρωας της γερμανικής μυθολογίας που πούλησε την ψυχή του στο διάβολο με αντάλλαγμα την νεότητα, αυτός που ενέπνευσε την παγκόσμια λογοτεχνία, το θέατρο και τον κινηματογράφο με πολλές μεταφορές. Ο ίδιος ο μύθος είναι μια μεταφορά για το τίμημα και το απόκτημα, γι’ αυτό που εξαγοράζει και γι’ αυτό που εξαγοράζεται. Ξαναβρίσκουμε κάτω απ’ το πανωφόρι του Φάουστ την προβιά του βιβλικού Ησαύ, και την προθυμία να κορεστεί μια επιθυμία με κάθε τίμημα.

Ξαναβρίσκουμε ουσιαστικά την απληστία κάθε συναλλαγής. Η ανταλλαγή των «πρωτοτοκίων» για ένα «πινάκιο φακής» εκ μέρους του Ιακώβ και η ανταλλαγή της «ψυχής» για την «νεότητα» εκ μέρους του Μεφιστοφελή είναι ο ορισμός της απληστίας, αφού πρόκειται για μια παντελώς άνιση συναλλαγή. Αλλά απληστία είναι και η πέρα απ’ τη λογική επιθυμία του Φάουστ για επιστροφή στη νεότητα και η πρωτόγονη πείνα του Ησαύ για ένα «πινάκιο φακής». Απλώς στη δεύτερη περίπτωση η απληστία της προσωρινότητας μοιάζει να έχει τα χαρακτηριστικά της ανάγκης.

Ο θεός των Εβραίων αντάμειψε εντούτοις τον ληστρικό Ιακώβ. Άγγελοι, οράματα και υπερφυσικά σημάδια ανέλαβαν να τον δικαιώσουν και να τον καταστήσουν πατριάρχη της φυλής του. Ο Ησαύ πάλι, που ενέδωσε στην ανάγκη, χάνεται στα βάθη της ιστορίας. Αναμφίβολα θα ήταν κι αυτός πατριάρχης της δικής του φυλής, ίσως ο συμβολικός πατριάρχης όλων των σύγχρονων εξαθλιωμένων που είναι πρόθυμοι να πουλήσουν τα πάντα για ένα πιάτο φαΐ.

Ούτε όμως και ο Φάουστ είχε καλύτερη τύχη. Η απώλεια της ψυχής του καταγράφηκε ως θριαμβευτική νίκη του Μεφιστοφελή και το επιμύθιο ήταν σαφές και απλό. «Ποτέ μη ζητάς απ’ το διάβολο αυτό που δεν μπορείς να ζητήσεις απ’ το θεό». Ποτέ, δηλαδή, μην ζητάς το ακατόρθωτο.

Ο Δον Κιχώτης απ’ την άλλη ζητούσε μόνον το ακατόρθωτο. Σκιαμαχίες, ξιφουλκήματα με ανεμόμυλους, γελοίοι έρωτες, η καρικατούρα του γερασμένου ιππότη έφιππου στο ψωράλογό του το Ροσινάντη, είναι ό,τι μάς παραδόθηκε απ’ τη γραφίδα του Θερβάντες. Όμως ο Δον Κιχώτης πέρασε στη συνείδησή μας σαν ένας μύθος αστειότητας που μπορεί εντούτοις να περιλάβει και το όραμα, σαν μια μεθοδολογία ενάντια στην πραγματικότητα, και ο δονκιχωτισμός έγινε μια ιδέα και μια λέξη που την αναγνωρίζει ως ορθή ακόμα και η τεχνοκρατική ορθογραφία των υπολογιστών.

Καταγράφεται χωρίς τη γνωστή κόκκινη υπογράμμιση των άγνωστων λέξεων αν και υπονομεύει το λογισμικό τους με το εμπρηστικό της περιεχόμενο. Επειδή νομίζουν ότι ο δονκιχωτισμός είναι μονάχα μια ακίνδυνη λέξη για τους ακίνδυνους ιδεαλιστές. Που όμως βρήκε τη θέση της στην πραγματικότητα, στην ίδια τη χώρα του Θερβάντες, με το μεγαλύτερο αναρχικό κίνημα που κατέγραψε η σύγχρονη ιστορία.

Και δεν είναι ίσως τυχαίο ότι, μέσα στη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αλμπέρ Καμύ έγραψε τα Τέσσερα Γράμματα σ’ ένα Γερμανό φίλο. Απευθύνεται στον φανταστικό Γερμανό φίλο που βρίσκεται στην άλλη όχθη, υπερασπιζόμενος τον ολοκληρωτισμό και την ένωση της καθημαγμένης Ευρώπης υπό το γερμανικό σκήπτρο. Σε ένα από τα γράμματα θέτει ένα υποθετικό ερώτημα : Μπορεί ο Φάουστ να νικήσει το Δον Κιχώτη; Και απαντά : Στην τέχνη δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι και η τέχνη δεν υπάρχει για να μιλήσει ο «νικητής» με τη γλώσσα της αλαζονείας. Γιατί η τέχνη, όπως και η ζωή, έχουν ανάγκη από την ανάσα της πίστης, της ελπίδας, του οράματος.

Εμείς στη χώρα μας ζήσαμε όλους τους μύθους. Σαν τον Ησαύ πουλήσαμε τα πρωτοτόκια ενός πολιτισμού αντί πινακίου φακής και σαν τον Δον Κιχώτη ονειρευτήκαμε το ανέφικτο. Μόνον ο Φάουστ παίζει μόνος του, εξαγορασμένος από τον Μεφιστοφελή και τελικά ταυτισμένος για πάντα μαζί του. Γερμανικός ο μύθος, ευρωπαϊκή η πραγματικότητα. Κάθε φορά που προσπαθώ να συντάξω τη φορολογική μου δήλωση είναι αυτός που προβάλλει τη δαιμονική του νίκη πάνω στη λογική, αυτός που κάνει τον φόρο μεγαλύτερο απ’ το εισόδημα, τις ασφαλιστικές εισφορές μεγαλύτερες απ’ τη σύνταξη, αυτός που ληστεύει τον κόπο σου και τελικά την ψυχή σου.

Φαίνεται ότι τελικά νίκησε ο Φάουστ. Και ο Δον Κιχώτης; Είναι μονάχα μια παραβολή για το αδύνατο που το σαρώνει η πραγματικότητα; Η λογική μου λέει ναι, όχι όμως και η μεταφυσική της ελπίδας. Και ονειρεύομαι την στιγμή που ο δονκιχωτισμός θα ξαναγίνει μια επικίνδυνη λέξη.

Η Εβδομάδα των Παθών

Το ορθόδοξο Μεγαλοβδόμαδο είναι ό,τι πιο συγκινητικό διαθέτουμε σ’ αυτή τη χώρα της λησμονιάς. Μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή, αυτήν την κορυφαία ημέρα που ο θεός αποβάλλει την παντοδύναμη φύση του και μετατρέπεται στον θνητό συνοδοιπόρο μας, ξαναδιαβάζω το Κατά Ματθαίον. Είναι πολιτικό ανάγνωσμα στο μεγαλύτερο τμήμα του. Μιλάει για την καταδυνάστευση της ισχύος των λίγων, με τρόπο που θα ζήλευαν οι σημερινοί «αριστεροί».

«…δεσμεύουσι γρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων∙ τῷ δὲ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά…

Οὐαὶ δὲ ὑμῖν γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταὶ ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων∙ ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν…

Οὐαὶ δὲ ὑμῖν γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταὶ ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν… ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες…»

Περισσότερο όμως απ’ όλα μου αρέσει εκείνο το απόσπασμα από το ίδιο Ευαγγέλιο, όπου οι αρχιερείς ρωτούν τον Ιησού από πού αντλεί την εξουσία του να διδάσκει και αυτός τους αντιγυρίζει την ερώτηση με μια άλλη: «από πού άντλησε την εξουσία του ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, από τον ουρανό ή απ’ τους ανθρώπους;». Οι αρχιερείς διστάζουν. Αν απαντήσουν «απ’ τον ουρανό», ο Ιησούς θα τους πει «τότε γιατί δεν τον πιστέψατε;», αν απαντήσουν «απ’ τους ανθρώπους» θα διακινδυνεύσουν την οργή του συγκεντρωμένου όχλου, που θεωρούσε τον Ιωάννη προφήτη. Δεν ξέρουμε, απάντησαν τελικά. Τότε ούτε κι εγώ θα σας πω με ποια εξουσία ενεργώ, απάντησε ο Ιησούς.

Μπορείς να το αποκαλέσεις και μάθημα υψηλής πολιτικής διπλωματίας από κάποιον που ήθελε να διαδώσει ένα επαναστατικό μήνυμα αποφεύγοντας όσο μπορούσε την ευθεία σύγκρουση με την εξουσία. Η σημερινή όμως αριστερά, αν και αγνοεί τους Ευαγγελιστές, ευαγγελίζεται ωστόσο μια αόριστη φιλανθρωπία, ενώ στο μεταξύ ποδοπατά την κοινωνία με τα αδέξια βήματά της που την οδηγούν στην οριστική της υποταγή στο ιερατείο.

Γιατί το ιερατείο είναι ανίκητο. Παίρνει το κοινωνικό μήνυμα και το μετατρέπει σε μελλοντική υπόσχεση. Παράδεισος ή έξοδος στις αγορές ταυτίζονται στο φονταμενταλιστικό λεξιλόγιο του καπιταλισμού. Τα υπόλοιπα είναι παράπλευρες απώλειες που εξαγνίζουν τον άνθρωπο μέσα απ’ τις ατέλειωτες δοκιμασίες του μέχρι τη δικαίωση, κάπου, κάπως, κάποτε…

Μετά τη Μεγάλη Παρασκευή, η Εβδομάδα των Παθών οδηγείται στην έξοδο. Κυριολεκτικά. Με εκείνες τις «τριήμερες αποδράσεις» σε νησιά και σε χωριά. Με αρνιά στη σούβλα ή χωρίς αυτά. Αλλά πάντως με ευωχία και λησμονιά. Εγώ προτιμώ να θυμάμαι. Και να ξαναβλέπω τα Κατά Ματθαίον Πάθη του Παζολίνι. Με μια επιμονή στη Μεγάλη Παρασκευή. Που προβλέπεται μεγάλης διάρκειας για τη χώρα μας.