Η εποχή της ταμπακέρας

Πριν από μια δεκαετία περίπου τα πακέτα των τσιγάρων και των προϊόντων καπνού διακοσμήθηκαν βάναυσα από τρομαχτικές ανακοινώσεις για την βλαβερότητα του καπνού και για τις παθήσεις που το κάπνισμα προκαλούσε. Με τα πηχυαία μαύρα τους γράμματα και τα επίσης μαύρα τους πλαίσια, περισσότερο ενόχλησαν παρά τρόμαξαν τους καπνιστές. Φάνηκαν τότε στην αγορά οι πρώτες χαριτωμένες ταμπακέρες, αλλά εγκαταλείφθηκαν σύντομα γιατί η αντικαπνιστική εκστρατεία προσπάθησε να πολεμήσει τον εθισμό στη νικοτίνη μ’ έναν άλλον εθισμό, αυτόν του τρόμου.

Και όπως είναι γνωστό οι πάσης φύσεως εθισμοί μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Ένα από αυτά είναι η περιορισμένη επιθυμία για αντίσταση και ένα άλλο η σταδιακή κατάπνιξη της οργής μέσα στην χωρίς όρους ανοχή. Θα θυμίσω, ως το πιο πρόσφατο παράδειγμα, την μετατροπή της αρχικής οργής μας σε μια διαρκή ανοχή στον τρόμο των τηλεοπτικών ειδήσεων, στα μέτρα λιτότητας, στην εξαθλίωση κ.λ.π. Έτσι, η διαρκής επανάληψη του τρόμου στις συσκευασίες καπνού έπαψε να επηρεάζει τους καπνιστές, οι οποίοι εγκατέλειψαν τις ταμπακέρες, και εθίστηκαν τόσο στην επανάληψη των τρομερών προειδοποιήσεων που έπαψαν τελικά να τις βλέπουν.

Εδώ και κάποιο καιρό ο τρόμος επανήλθε βιαιότερος. Τα πακέτα των τσιγάρων διακοσμούνται πλέον και στις δύο πλευρές τους με εικόνες ετοιμοθάνατων ασθενών σε μια εξωφρενική εκστρατεία τρομοκράτησης, που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια οποιασδήποτε κοινωνικά αποδεκτής προστασίας των καταναλωτών. Η σουρεαλιστική πινελιά ήταν η σύντομη προειδοποίηση των εταιρειών καπνού που προηγήθηκε, με ένθετες κάρτες που αφενός ανακοίνωναν ότι οι συσκευασίες θα διακοσμηθούν άμεσα με εικόνες ετοιμοθάνατων ασθενών, ενώ αφετέρου διαβεβαίωναν ότι αυτό που δεν επρόκειτο να αλλάξει ήταν η υψηλή ποιότητα των τσιγάρων (!)

Σ’ αυτόν ακριβώς το σουρεαλισμό βρίσκεται η ουσία του καπιταλισμού. Απ’ τη μια πλευρά βρίσκονται τα συμφέροντα των καπνοβιομηχάνων που εξακολουθούν να διαφημίζουν το προϊόν τους «…δεν θ’ αλλάξει η ποιότητα των τσιγάρων κ.λ.π.», παρά την έμμεση παραδοχή τους ότι το κάπνισμα ευθύνεται για μια σειρά ασθενειών. Μπορεί μάλιστα και να τις βολεύει αυτή η αντιδιαφήμιση. Κανείς δεν θα τολμήσει να τους ζητήσει τα ρέστα όταν επισυμβεί το μοιραίο. Απ’ την άλλη βρίσκεται το διαρκώς συρρικνούμενο κοινωνικό κράτος, και ο καπνιστής γίνεται εύκολα ο παρίας του συστήματος, αυτός που κάποτε θα τεθεί εκτός κοινωνικής ασφάλισης ως ανήκων σε ομάδα μη ασφαλιζόμενου υψηλού κινδύνου. Στο μεταξύ θα παραμένει ο υψηλότερα έμμεσα φορολογούμενος πολίτης, αυτός που θα ενισχύει το σύστημα με την διαρκή αύξηση του φόρου στην τιμή των τσιγάρων, ενώ ταυτόχρονα θα έχει την αντιμετώπιση του πολίτη δεύτερης κατηγορίας.

Θυμάμαι την εξαιρετική ερμηνεία του Χάρβεϊ Καϊτέλ στην ταινία «Smoke». Εκείνη την παράθεση ατομικών ιστοριών στο μαγαζάκι που πουλούσε καπνό στο Brooklyn, τον μικρό ενοχικό πλανήτη των καπνιστών μέσα στο εχθρικό αντικαπνιστικό σύμπαν, την εγγύτητα που αποκτά κάθε ιστορία με αυτήν του διπλανού όταν την τυλίγεις μ’ ένα σύννεφο καπνού. Ήρθε και πάλι η εποχή της ταμπακέρας, πολύ φοβάμαι οριστικά αυτήν τη φορά. Για να κρύβει τον τρόμο που ντύνει μια τελευταία μικρή ευχαρίστηση, όπως κρυβόμαστε χρόνια τώρα από όλους τους τρόμους και όλους τους εκφοβισμούς.

Και γιατί ο καπνιστής βαρέθηκε πια να του ανακοινώνουν τον επικείμενο θάνατό του απ’ το τσιγάρο, ενώ καμιά άλλη αιτία θανάτου δεν έχει στο μεταξύ αποκλειστεί. Διότι μπορεί κάλλιστα να πεθάνει από ατύχημα, ή από ασιτία επειδή του μειώσανε τη σύνταξη, ή επειδή ξέχασε να πλύνει το γεμάτο φυτοφάρμακα μήλο που έφαγε, κι ας μην είχε αυτοκόλλητο με νεκροκεφαλή για προειδοποίηση στη λαμπερή του επιφάνεια… Μπορεί ακόμα να πεθάνει απ’ το φόβο του επειδή άνοιξε ξαφνικά την τηλεόραση επάνω στο δελτίο ειδήσεων. Και γιατί τελικά ο καθένας είναι ελεύθερος να διαλέξει τον θάνατό του, αφού είναι αποδεδειγμένο ότι δεν μπορεί να διαλέξει τη ζωή του.

Το πολυκατάστημα και ο θάνατος του εμποράκου

Πολυθρύλητο το θεατρικό έργο του Άρθουρ Μίλερ. Γραμμένο το 1949 προανήγγειλε όλους τους μικρούς θανάτους και όλες τις καταδικασμένες μικρές προσπάθειες. Μίλησε για το τέλος της αγοράς, που μπορούσε ακόμα να έχει το ανθρώπινο πρόσωπο μιας λίγο ως πολύ έντιμης συναλλαγής, για την έλευση του πιο απάνθρωπου καπιταλισμού, για το τέλος κάθε στοιχειώδους συμβιβασμού ανάμεσα στον άνθρωπο και το σύστημα.

Βέβαια ο salesman, ειδικά στην Αμερική, ήταν μια ειδική ανθρώπινη κατηγορία. Ήταν πάνω απ’ όλα οι άνθρωποι που είχαν πιστέψει στο σύστημα και στο αμερικάνικο όνειρο, στην γρήγορη επιτυχία και -γιατί όχι;- στη γρήγορη ευτυχία. Εκπροσωπούσαν ένα επάγγελμα που είχε στόχο να κάνει τα προϊόντα ελκυστικά, ταξίδευαν με τα όλο λαμαρίνα και όγκο αυτοκίνητά τους στους ατέλειωτους αμερικάνικους αυτοκινητόδρομους, και με εργαλείο τη χαμογελαστή τους ευφράδεια έπιαναν τους στόχους της επιχείρησης πουλώντας τα πάντα σε βαριεστημένες νοικοκυρές, πριν καταλήξουν για ένα ποτό στην main street κάθε επαρχιακής πόλης και στο φτηνό της ξενοδοχείο για ύπνο.

Στα καθ’ ημάς ο εμποράκος ήταν ό άνθρωπος-κατάστημα που έκανε το γύρο των χωριών πουλώντας τα πάντα, σήμερα όμως είναι ο κάθε μεσαίος άνθρωπος που έβγαζε, στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, με σχετική αξιοπρέπεια το ψωμί του. Είναι ο ιδιοκτήτης του μικρού εμπορικού καταστήματος, ο μικρός γεωργός και κτηνοτρόφος, ο ελαιοχρωματιστής, ο ηλεκτρολόγος, ο επαγγελματίας μηχανικός, ο δικηγόρος με το μικρό δικηγορικό γραφείο. Ο καθένας είναι πια ο «εμποράκος» που προσφέρει τον θάνατό του στο παντοδύναμο σύστημα. Και δεν πεθαίνει απλώς. Πεθαίνει καταληστευμένος, ακρωτηριασμένος, απελπισμένος.

Στο μυαλό μου ο εμποράκος είναι πάντα ταυτισμένος με την σκηνική αγωνία του Θύμιου Καρακατσάνη, ενός ηθοποιού που μπορούσε να καταγράψει με την ερμηνεία του την τραγωδία με λεξιλόγιο φάρσας και αντίστροφα, και που μπορούσε να κάνει την αστειότητα τόσο αιχμηρή που να σου κόβει κάθε επιθυμία για γέλιο.