Τα Δικαστήρια, οι φόροι και οι κλασσικοί

Μέσα στις απαιτήσεις των δανειστών μας και των λοιπών θεσμών, εκτός από τις μειώσεις των μισθών και των συντάξεων, καθώς και τον κάθε λογής ληστρικό φόρο, συμπεριλήφθηκε και η τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Για τους μη μυημένους δεν είναι παρά ένας ακόμη νόμος, εξίσου παράλογος με τους προηγούμενους. Για τους μυημένους όμως ο παραλογισμός αυτού του νομοθετήματος (ν. 4335/2015) δεν έχει προηγούμενο, καθώς εισάγει παράδοξης διάρκειας δικονομικές προθεσμίες και καταργεί στην πράξη μια ολόκληρη νομική λογική, όπως αυτήν της απόδειξης με μάρτυρες, χωρίς να εξυπηρετεί ούτε την ταχύτητα ούτε την ουσία ούτε βέβαια και το κόστος της δικαιοσύνης.

Τα δικαστήρια είναι έτσι κι αλλιώς ο καλύτερος καθρέφτης κάθε κοινωνίας, και όσο πιο παράλογο, άκαρδο και άκαμπτο είναι το νομικό σύστημα τόσο πιο πιστά απεικονίζει το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Αντιγράφω από ένα κλασσικό όσο και σπουδαίο βιβλίο :

«…Μέσα στην καρδιά της ομίχλης κάθεται ο Αρχιδικαστής στο Δικαστήριο του Τσάνσερι. Καμιά ομίχλη δεν είναι τόσο πυκνή, κανένα τέλμα πιο βαθύ από την αβέβαιη και μπερδεμένη κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο Δικαστήριο… ένα τέτοιο απόγευμα ο Αρχιδικαστής κάθεται μ’ ένα φωτοστέφανο ομίχλης γύρω απ’ το κεφάλι του…μοιάζοντας να απευθύνει τους στοχασμούς του στο φεγγίτη της στέγης, όπου δεν βλέπει τίποτα πέρα απ’ την καταχνιά… Εδώ είναι το Δικαστήριο του Τσάνσερι…που έχει έναν τσακισμένο τρελό σε κάθε τρελοκομείο και τους νεκρούς του σε κάθε νεκροταφείο…που δίνει στους πλούσιους και τους ισχυρούς άφθονα μέσα για να καταπονήσουν το δίκαιο, που τόσο εξουθενώνει την τσέπη, την υπομονή, το θάρρος, την ελπίδα, που σαλεύει το νου και ραγίζει την καρδιά…» (Τσάρλς Ντίκενς, Ο Ζοφερός Οίκος, εκδ. Gutenberg 2008, μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ).

Το βιβλίο γράφτηκε το 1852-53 και το Δικαστήριο του Τσάνσερι ήταν δικαστήριο κληρονομικών διαφορών, διάσημο για την ατέρμονη διάρκεια των δικών και την συνακόλουθη οικονομική καταστροφή των διαδίκων. Το ελληνικό σύστημα δεν έχει να του ζηλέψει τίποτα, με τη βοήθεια μάλιστα της τροποποιημένης δικονομίας. Μια αστική υπόθεση μπορεί να διαρκέσει 10 και παραπάνω χρόνια μέχρι να τελεσιδικήσει, όσο για τις ειδικές διαδικασίες -όπως για παράδειγμα οι αποζημιώσεις που οφείλονται σε τροχαία ατυχήματα- οι πρωτόδικες αποφάσεις εκδίδονται μέχρι και δύο χρόνια μετά την εκδίκασή τους. Στα διοικητικά δικαστήρια μπορεί να πεθάνεις από γηρατειά όσο περιμένεις να ορισθεί δικάσιμος ή και να ξεχάσεις γιατί προσέφυγες σ’ αυτά.

Πάντα στην Αγγλία, πενήντα χρόνια μετά το βιβλίο του Ντίκενς, ένας Αμερικανός συγγραφέας περιγράφει το ίδιο δικαστικό σύστημα, όπου οι υποθέσεις εκδικάζονταν με απίστευτη ταχύτητα και αδιαφορία και όπου η αυτοκτονία από φτώχεια και απελπισία τιμωρούνταν ως ποινικό αδίκημα, αν τύχαινε και σωζόταν ο αυτόχειρας. Ο συγγραφέας καταγράφει την περίπτωση της Έλεν Χάτζις Χαντ, 52 ετών, η οποία πνίγηκε για να μην καταλήξει στο φτωχοκομείο και η αυτοκτονία της καταχωρήθηκε από το Δικαστήριο του Τάμεση ως «αυτοκτονία κατά τη διάρκεια προσωρινής παραφροσύνης» :

«Ο άνθρωπος…μπορεί να προσκολληθεί στη ζωή ή να την απαρνηθεί ανάλογα με τι από τα δύο τού υπόσχεται μεγαλύτερη ικανοποίηση ή πόνο. Τολμώ να πω ότι η Ε.Χ.Χ. εξαπατημένη και διαψευσμένη απ’ όλες τις χαρές της ζωής…μη έχοντας τίποτα μπροστά της εκτός από την αθλιότητα του φτωχοκομείου, φέρθηκε πολύ λογικά και σοφά όταν προτίμησε να βουτήξει στο κανάλι. Και τολμώ επιπλέον να διαβεβαιώσω ότι ο δικαστής θα έκανε κάτι σοφώτερο αν κατηγορούσε για προσωρινή παραφροσύνη την κοινωνία που επέτρεψε στην Ε.Χ.Χ. να εξαπατηθεί και να διαψευσθεί από όλες τις χαρές της ζωής…» (Τζάκ Λόντον, Οι άνθρωποι της Αβύσσου, εκδ. Πυραμίδα 1997, μετ. Β. Τομανάς).

Το βιβλίο γράφτηκε το 1902, όταν ο συγγραφέας του βρέθηκε για δύο μήνες στο Λονδίνο, με αφορμή τη στέψη του βασιλιά Εδουάρδου Ζ΄, για να δώσει την εικόνα πίσω από τη χλιδή και τη λάμψη της στέψης, όπου άνθρωποι ανίκανοι, ανασφάλιστοι, κακοπληρωμένοι και άστεγοι, δεν είχαν άλλη διέξοδο απ’ την επαιτεία και το φτωχοκομείο. Για την ιστορία, η Αγγλία αποτέλεσε μακράν το καλύτερο παράδειγμα του πιο βάρβαρου καπιταλισμού, ενισχυμένου από το ανάλγητο δικαστικό της σύστημα.

Υπήρξε επίσης υπόδειγμα εγκληματικής επινοητικότητας στην επιβολή ληστρικής φορολόγησης, που μάλλον αποτέλεσε πρότυπο για τους δανειστές, τους θεσμούς και τις ελληνικές κυβερνήσεις. Για 155 χρόνια (1696-1851) θεσπίστηκε και ίσχυσε στην Αγγλία ο «φόρος παραθύρων», που καταβαλλόταν ανά τριμηνία με βάση τον αριθμό παραθύρων και φεγγιτών που διέθετε κάθε σπίτι, όπως μας παραδίδεται από έναν ακόμη κλασσικό :

«…Είναι εντελώς φυσικό να θέλουμε να πεθάνουν οι εχθροί μας για να τελειώσουν οι πόλεμοι και να μειωθούν οι φόροι. Γιατί είναι τρομερά αυτά που πληρώνουμε. Δίνουμε πάνω από 40 σελίνια για φόρο παραθύρων και έχουμε φράξει όσα περισσότερα μπορούσαμε. Σχεδόν δεν μπαίνει αέρας και φώς…» (Χένρυ Φίλντινγκ, Τομ Τζόουνς, εκδ. Gutenberg 1993, μετ. Έφη Καλλιφατίδη).

Το βιβλίο γράφτηκε το 1748, περί το τέλος των Ιακωβιτικών πολέμων, που υποστήριζαν την επιστροφή του οίκου των Στούαρτ στον αγγλικό θρόνο, και από το απόσπασμα που παρατίθεται φαίνεται η απάτη που περιβάλλει τον απλό άνθρωπο όταν τον τσακίζει το φορτίο των φόρων. «Να πεθάνουν οι εχθροί μας για να τελειώσουν οι πόλεμοι και να μειωθούν οι φόροι…». Το να πεθάνουν οι εχθροί μας είναι ο μόνος τρόπος για να τελειώσει ένας πόλεμος; Και άραγε ύστερα θα μειωθούν οι φόροι;

Η εξουσία έχει αποδείξει ότι οι φόροι είναι αθάνατοι. Και όταν ακόμη καταργούνται αντικαθίστανται αμέσως από άλλους ισοδύναμους ή και χειρότερους. Σημασία έχει η επινοητικότητα. Έτσι βρίσκεται πάντοτε ο τρόπος να συνδεθούν οι νέοι φόροι με μια γενικόλογη όσο και ασαφή νομική αιτιολόγηση (πόλεμος, οικονομική κρίση, αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες κ.λ.π.), με την γενναιόδωρη αρωγή της δικαστικής εξουσίας που σπάνια θυμάται τη θεσμική της ανεξαρτησία. Στα καθ’ ημάς βρίθουν τα παραδείγματα τέτοιων φόρων, το τέλος ακαλύπτων χώρων παλαιότερα, οι τακτοποιήσεις ημιυπαιθρίων χώρων και ο ΕΝΦΙΑ σήμερα, το τέλος δικαστικού ενσήμου στις δίκες, η κατάργηση της αναγνωριστικότητας του αγωγικού αιτήματος, για να σταθώ σε μερικά μόνον παραδείγματα.

Όσο για τον φόρο παραθύρων είναι μια ιδέα που αφού πραγματοποιήθηκε κάποτε, τίποτα δεν αποκλείει την επανάληψή της. Άλλωστε στη χώρα μας έχουμε άφθονο αέρα και φως. Δεν επιτρέπεται τέτοια κατάχρηση χωρίς να πληρώνουμε τίποτα γι’ αυτό !