Γιώργος Σεφέρης και Μπέρτολτ Μπρεχτ

Ξεχωρίζω δύο ποιήματα από τους δύο ποιητές. «Με τον τρόπο του Γ.Σ.» του Γ. Σεφέρη, γραμμένο το 1936, και «Για τον φτωχό Μπ. Μπ.» του Μπ. Μπρεχτ, γραμμένο το 1921. Στα αποσπάσματα από τον Μπ. Μπρεχτ χρησιμοποιώ άλλοτε τη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη και άλλοτε αυτήν του Πέτρου Μάρκαρη, ανάλογα με το πώς έρχονται στη μνήμη μου οι στίχοι, απομνημονευμένοι εδώ και πολλά χρόνια.

      Ποιήματα που απευθύνει κανείς στο εαυτό του, βιογραφώντας τον κατά κάποιο τρόπο, σε μια εκρηκτική στιγμή έμπνευσης που κάνει τα πάντα να σχεδιάζονται καθαρά παρά την υπαινικτικότητά τους. Τον κόσμο που αναπτύσσεται γύρω μας, τις σκιές του παρελθόντος, τις αδιέξοδες και ανελέητες συγκρούσεις, το ανήσυχο νεύμα της ιστορίας που δεν μπορεί παρά να επιβιώνει σ’ αυτό που αποκαλούμε «μεγάλη ποίηση», ακόμη και μέσα από την μέγιστη εσωτερίκευσή της.  Και ακόμα τις αναλογίες που μπορούν να διαπιστωθούν ανάμεσα σε διαφορετικούς ποιητές, ακριβώς επειδή η ποίηση είναι καμιά φορά ο σελιδοδείκτης της ιστορίας.

         «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει / Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου / γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου …»,

       «Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ είμαι από τα / Μαύρα Δάση. Η μάνα μου στις πολιτείες με / κουβάλησε σαν ήμουν ακόμα στην κοιλιά / της. Και των δασών η παγωνιά μέσα μου θα / ’ναι ως το θάνατό μου…».

      Αν η ποίηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια διαρκής αυτοβιογραφία, πώς μπορεί κανείς να συστηθεί;  Το δηλητηριασμένο πουκάμισο του Κένταυρου Νέσσου που σκότωσε τον Ηρακλή και που η ανάμνησή του σέρνεται ακόμα στις καστανιές του Πηλίου, τα μαύρα δάση που η παγωνιά τους κρατάει ως το θάνατο, δεν είναι παρά μια σύσταση, ένας κόσμος προέλευσης, αυτό που μπορεί να σου εγγυηθεί ότι θα είσαι για πάντα και μοναδικός και μόνος.  Είναι αναγκαίο το μονήρες στην ποίηση. Είναι ο λόγος της ύπαρξής της και το συστατικό της. Το δηλητήριο και η παγωνιά δηλώνουν από πού έρχεσαι αλλά και πού πηγαίνεις.  Και δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερη ερμηνεία για το πεπρωμένο από την αδυναμία σου να ξεφύγεις απ’ την ιστορία.

     «Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει / κι αν ‘ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς’ / είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι …»,

      «Απʼ αυτές τις πολιτείες θʼ απομείνει εκείνος / που διάβηκε από μέσα τους: ο άνεμος! Δίνει / χαρά το σπίτι σʼ αυτόν που τρώει : κι αυτός τʼ αδειάζει μονομιάς / Ξέρουμε δα ότι είμαστε περαστικοί κι ότι ύστερα / από μας τίποτα αξιόλογο δε θα ʽρθει…».

       Είναι πανίσχυρη η ιστορική μνήμη και ο μύθος της εξακολουθεί να μας στοιχειώνει.  Το Αιγαίο απ’ τα ομηρικά ακόμα χρόνια ανθίζει πλημμυρισμένο από νεκρούς. Ο Τρωϊκός πόλεμος, η μικρασιατική καταστροφή, οι πρόσφυγες του σύγχρονου κόσμου κάνουν την ποίηση οδυνηρή ενόραση. Μαζί με τον άνεμο, που ευνοεί μια ακόμα χαμένη μάχη. Και που σαρώνει τις πολιτείες για να τις ξανακάνει ανώνυμες και μαζί τους όλους εμάς τους περαστικούς που «έχουμε το σπίτι μας στις πολιτείες της ασφάλτου».

       «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει / παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες / το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ/ΩΝΙΑ 937»,

       «Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται να ʽρθουν, να μην αφήσω τη Βιρτζίνιά μου απʼ την πίκρα να μου σβήσει. Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ από τα Μαύρα Δάση, ξερασμένος στις πολιτείες της ασφάλτου, μέσα στη μάνα μου, σε πρώιμη εποχή!».

       Μ’ αρέσουν τα ποιήματα όταν διαγράφουν την ελλειπτική τους τροχιά στον κόσμο των λέξεων. Παίρνουν την ιστορία και την αφηγούνται απ’ την αρχή.  Μπορούν να υποσχεθούν τη μνήμη όχι όμως και τη λησμονιά. Και μαζί με την Κασσάνδρα, «μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο της λαιμό», μπορούν να ορκιστούν ότι αυτό που πληγώνει θα είναι διαρκές, αλλά ότι τουλάχιστον δεν θα μπορεί να κρυφτεί απ’ το βλέμμα σου, ακόμα κι αν αυτό είναι αμβλυμμένο απ’ την κακομοιριά της επανάληψης.