Μιλάς με γρίφους γέροντα!

Μια ακόμα επέτειος. Για μια ημερομηνία ορόσημο στη σύγχρονη πολιτική μας ιστορία. Τα τελευταία χρόνια οι πολιτικοί σπεύδουν πρωί-πρωί να καταθέσουν τα επιβεβλημένα τους στεφάνια για να αποφύγουν όσο μπορούν τους προπηλακισμούς. Ύστερα ξανακρύβονται στα γραφεία τους ανακουφισμένοι για την υποχρέωση που τέλειωσε. Γιατί το πολιτικό σύστημα έκανε το λάθος να υιοθετήσει την 17η Νοέμβρη ως ημέρα θυσίας για τη δημοκρατία και πίστεψε ότι θα καθάριζε εσαεί με μια πορεία (δβζ. παρέλαση) το χρόνο. Όσο για την πολυσυζητημένη διαρκή νοηματοδότηση του μηνύματος του Πολυτεχνείου, ανήκε τότε στη σφαίρα του ιδεατού και μπορούσε κανείς να προσχωρήσει άφοβα σ’ αυτήν την άποψη. Όμως τα γεγονότα -ως γνωστόν- υπερβαίνουν πάντα και τις προθέσεις και τις προβλέψεις.

Το 1973 πήγαινα ακόμα στο σχολείο και κατοικούσα στο Γουδί. Όλη εκείνη την άϋπνη νύχτα, την παραμονή της εισβολής, άκουγα το σταθμό του Πολυτεχνείου και τα τανκς να κατηφορίζουν απ’ την οδό Σπηλιωτοπούλου προς το κέντρο της Αθήνας. Αν μπορεί να υπάρξει περιγραφή, επρόκειτο για την αίσθηση μιας επανάστασης που δεν αφορούσε μόνον τη χούντα και την αποκατάσταση της δημοκρατίας -όπως επεχείρησαν έκτοτε να περιορίσουν το νόημά της οι πολιτικοί-, αλλά για μια συνολική εξέγερση. Και ακόμα και σε τόσο νεαρή ηλικία, ποτέ δεν πίστεψα πως η χούντα άξιζε από μόνη της τόση φασαρία, γιατί η εξέγερση δεν καταγράφεται σύμφωνα με τις μεταγενέστερες ερμηνείες της, αλλά σύμφωνα με την εγγενή και αναπόφευκτη πρόθεσή της να ανατρέψει ένα πολύ ευρύτερο σύστημα.

Αυτό το πάθος της εξέγερσης το ξαναβρήκα στις ογκώδεις πορείες των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Στα χρόνια του Καραμανλή και του ΠΑΣΟΚ αργότερα. Τότε που το Πολυτεχνείο ήταν και πάθος και μένος και ορμή και που το μήνυμά του διατηρούσε κάτι από τη λυτρωτική εξέγερση που υποσχόταν εκείνος ο παράνομος πομπός, παρά τα παράσιτα της χούντας. Ύστερα το πράγμα άρχισε να ξεφεύγει και πολλοί από τους πρωταγωνιστές του το εξαργύρωναν ήδη άγρια, σαν πολιτική κληρονομιά μεταβιβάσιμη στους μίζερους και ενδεείς ιδεολογικούς τους χώρους. Αλλά αυτά είναι πράγματα γνωστά σε όλους.

Στα Εξάρχεια πια, ύστερα από πολλά χρόνια, προσπαθώ να μην λησμονήσω αυτήν την αίσθηση κάθε φορά που «γίνονται επεισόδια» στο κέντρο της Αθήνας, με την υποσημείωση ότι αμαυρώνουν την επέτειο του Πολυτεχνείου. Αν το σύστημα προσπαθεί μόνιμα να οικειοποιηθεί μια μνήμη, να την εντάξει στις σχολικές αργίες και να την εγκλείσει σ’ έναν εφάπαξ ηρωϊσμό, δικαιούται ίσως και ο κουκουλοφόρος να ξηλώσει μερικά πεζοδρόμια, να πετάξει μολότωφ και ν’ ανάψει φωτιές στα οδοφράγματά του. Το γεγονός ότι είναι αποκομμένος από την κοινωνία, αναζητώντας ένα νεφελώδες επαναστατικό υποκείμενο και απευθύνοντας ένα ακόμα πιο νεφελώδες ιδεολογικό μήνυμα, μπορεί να καθιστά τον ίδιο ακατανόητο όχι όμως και την οργή του που γιγαντώνεται από τον φόβο των άλλων.

Τα καταστήματα έχουν κατεβασμένα τα ρολά και έχουν αποσυρθεί από τους δρόμους τα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Ο χώρος προσφέρεται για μάχη, ετοιμάζεται για μάχη απ’ τους ίδιους τους κατοίκους του που αποσύρονται εθελούσια για να προσφέρουν κάθε δυνατή ελευθερία σε μια δράση που την αντιμετωπίζουμε πια περίπου σαν φυσικό φαινόμενο και που, αντίθετα με τους σεισμούς και τις άλλες φυσικές καταστροφές, έχει τουλάχιστον προαναγγελθεί ως ο ετήσιος γρίφος της επανάστασης.

Το οποίο με τη σειρά του μου θυμίζει το ανέκδοτο για τον Κόναν το βάρβαρο. Ο οποίος διασχίζει βουνά και λαγκάδια για να βρει το σοφό γέροντα που κατέχει το μυστικό της ζωής. Και όταν τον βρίσκει, πρώτα τού κατεδαφίζει την πόρτα και ύστερα τον ρωτάει για το μυστικό του. Εκείνος του απαντά «υπάρχουν και πόμολα Κόναν» και ο Κόναν παρατηρεί τότε περισπούδαστα «μιλάς με γρίφους γέροντα!».

Έτσι καταγράφεται πια η εξέγερση στα Εξάρχεια, ως ο ετήσιος επαναστατικός γρίφος μιας ομάδας ανθρώπων απελπισμένων και παράφορων. Την εξέγερσή τους όμως την προετοιμάζουμε όλοι μαζί, αναγνωρίζοντας με τις προφυλάξεις μας την βέβαιη επανάληψή της, εμπλουτισμένη φέτος και με την επίσκεψη του Ομπάμα στην Αθήνα. Την περιττή και μάταιη και κυρίως γεμάτη τσιριμόνιες απ’ την κυβέρνησή μας. Από την οποία κανείς δεν τού επισήμανε ότι η επίσκεψή του συμπίπτει με μια μυθική στιγμή της ιστορίας μας και ότι καλά θα έκανε να απολογηθεί, αν όχι για τη δικτατορία, τουλάχιστον όμως για την κακή χρονική συγκυρία της επίσκεψής του.

Only the lady is a tramp?

Το τραγουδούσε ο Φρανκ Σινάτρα στην Ρίτα Χέϊγουορθ σε μια από κείνες τις όμορφες αμερικάνικες ταινίες του ’50. Το τραγούδησε επίσης σε όλους τους τόνους ο Ντόναλντ Τραμπ στη Χίλλαρυ Κλίντον σε όλη τη διάρκεια της πρόσφατης προεκλογικής τους εκστρατείας. Και ύστερα ζήτησε κατά κάποιον τρόπο συγγνώμη από το γυναικείο φύλο γενικά, σε ένα ντιμπέϊτ τυπικά αμερικανικό, όπου οι ερωτήσεις για το αν οι δύο υποψήφιοι θεωρούσαν κατάλληλους τους αμοιβαίους χαρακτηρισμούς τους για τα αυτιά των αμερικανόπαιδων ήταν ίσης ή και μεγαλύτερης σημασίας από το οικονομικό τους πρόγραμμα. Στο μεταξύ οι αμερικανόπαιδες, των οποίων τα αυτιά πρέπει να προστατευτούν, οπλοφορούν απ’ το νηπιαγωγείο και άμα λάχει το ξεκληρίζουν κιόλας.

Θα μου πεις Δημοκρατικοί και Ρεπουπλικάνοι ή σύμφωνα με τα δικά μας «τι Πλαστήρας, τι Παπάγος». Το οποίο σημαίνει ότι όταν η πολιτική χάσει το ζωντανό ιδεολογικό της στίγμα απομένει ο κοινοβουλευτισμός για να προστατεύει την σύμμετρη εναλλαγή των ίδιων στην εξουσία. Η Αμερική πάντως γέμισε με διαδηλωτές μετά την νίκη του Τραμπ. Γεγονός που κάτι σημαίνει για την αφύπνιση αυτού του λαού που δείχνει να κοιμάται ύστερα απ’ το έντονο πολιτικό κίνημα της δεκαετίας του ’70, αλλά και για τους δύο tramp που διασταύρωσαν τις κακές τους λέξεις και την ανύπαρκτη πολιτική τους διεκδικώντας την ίδια εξουσία.

Η Χίλλαρυ Κλίντον που παλεύει χρόνια τώρα για το χρίσμα των Δημοκρατικών και για την προεδρία, ξεπερνώντας από τον αποπλανητάρχη Μπιλ και εφεξής ένα-ένα τα εμπόδια, και ο Ντόναλντ Τραμπ που ξεπήδησε απ’ τον επιχειρηματικό κόσμο και που στο πρόσωπό του οι Αμερικανοί ξαναείδαν να παίρνει σάρκα και οστά το ξεχασμένο αμερικάνικο όνειρο. Και τι είναι το αμερικάνικο όνειρο αν όχι το τέλος της πολιτικής; Προϋποθέτει μόνον σκληρή δουλειά και μια κατά βάσιν αταξική κοινωνία, ιδωμένη όμως μόνον κάτω απ’ το πρίσμα της απουσίας κληρονομικών τίτλων. Η ταξικότητα ή -πιο σωστά- η τοξικότητα του απόλυτου πλούτου και της απόλυτης φτώχειας επιτρέπεται ελεύθερα.

Μπορεί να είσαι ο τελευταίος των τελευταίων, κανείς όμως δεν θα σε εμποδίσει να αποκτήσεις πλούτο και ισχύ εκμεταλλευόμενος όλες τις ευκαιρίες που θα βρεθούν στο δρόμο σου. Το ότι αυτό αποτελεί τη βάση για μια διαρκή εκμετάλλευση αυτών που άδραξαν τις ευκαιρίες σε βάρος αυτών που δεν μπόρεσαν να το κάνουν, δεν έδειξε να απασχολεί ποτέ την αμερικανική κοινωνία. Ήταν πάντα η ζούγκλα και στους δικούς της νόμους βασίστηκε το αμερικάνικο όνειρο. Από το λιοντάρι που βρυχάται στο σήμα της Metro Goldwyn Mayer μέχρι τη Ζούγκλα του Άπτον Σίνκλαιρ, οι νόμοι του αμερικάνικου ονείρου μιλούν πάντα για την αγριότητα, υπερασπίζονται την αγριότητα.

Στο βιβλίο του «Η Ζούγκλα», δημοσιευμένο το 1906, ο Α. Σίνκλαιρ μιλάει για την βάναυση ζωή των εργατών και των μεταναστών στον αμερικανικό παράδεισο. Για την ανεργία, τη φτώχεια, τον υποσιτισμό και το θάνατο. Όμως το βιβλίο έγινε διάσημο για λίγες μόλις σελίδες του. Εκεί όπου περιγράφεται η κατασκευή των βιομηχανοποιημένων παρασκευασμάτων κρέατος, ζαμπόν κ.λ.π. Μέσα στις τεράστιες και επικίνδυνες κρεατομηχανές ανάμιξης επεξεργάζονται μαζί άθλια κομμάτια κρέατος, ποντίκια και ίσως και κάποιο ανθρώπινο μέλος… Οι Αμερικανοί κινητοποιήθηκαν άμεσα. Επρόκειτο για την διατροφική αλυσίδα που αφορούσε άμεσα κάθε νοικοκυριό.

Ο ίδιος ο Σίνκλαιρ δήλωνε εντυπωσιασμένος για την αναγνωρισιμότητα ενός ελάχιστου μέρους του βιβλίου, ενώ το υπόλοιπο έμοιαζε να μην αφορά κανέναν κι ας ήταν το ένα γεγονός απότοκο του άλλου, με αποκλειστικό στόχο την επίτευξη όλο και μεγαλύτερου κέρδους για κάποιους απ’ τους βιομήχανους κατακτητές του αμερικάνικου ονείρου! Δεν πρέπει να ξαφνιαζόμαστε. Οι ίδιες μονοθεματικές καμπάνιες συγκινούν μέχρι σήμερα τους Αμερικανούς, οι οποίοι στρατεύονται στους κόλπους των μικρών τους κοινοτήτων για μεμονωμένες δράσεις, σαν να τους διαφεύγει διαρκώς το ευρύτερο πλαίσιο. Και αυτές τις μεμονωμένες δράσεις δείχνουν να επιβραβεύουν και με την ψήφο τους. Τους γάμους των ομόφυλων, αν είναι Δημοκρατικοί, ή την υπεράσπιση της οπλοφορίας, αν είναι Ρεπουπλικάνοι.

Στο μεταξύ εξακολουθεί να τους διαφεύγει η κοινή τους αγριότητα. Η χρηματοδότηση πολέμων, η απουσία κοινωνικής ασφάλισης, αλλά και η εξοντωτική φορολογία της μεσαίας εισοδηματικής τους τάξης. Η φορολογία είναι αγριότητα που πρέπει να την πολεμάς, όχι μόνον για τους προφανείς λόγους, αλλά και επειδή οδηγεί σε μια άλλη αγριότητα. «I pay my taxes», λέει ο μέσος Αμερικανός, και επειδή αυτό είναι τόσο σκληρό για την ούτως ή άλλως υποθηκευμένη του ζωή, νοιώθει ότι νομιμοποιείται να υπερασπιστεί ένα σύστημα του οποίου είναι και ο ίδιος θύμα. Αν ο ίδιος πληρώνει πάντα, πρέπει να πληρώσουν και οι άλλοι με κάποιο τρόπο. Το μίσος για τον φτωχότερο ή για τον ξένο είναι το ίδιο με το μίσος εκείνου που τον χτύπησαν άδικα. Ζητά να ανταποδώσει σε κάποιον πιο αδύνατο. Με λίγα λόγια, όταν δέχεσαι την αγριότητα της φορολόγησης την επιστρέφεις στην υπόλοιπη κοινωνία σαν πλεόνασμα αντιπάθειας.

Ο Χένρυ Ντέιβιντ Θορώ επεξεργάστηκε ως ιδέα την «Πολιτική Ανυπακοή» όταν το 1846 φυλακίστηκε επειδή αρνήθηκε να πληρώσει φόρους, διαμαρτυρόμενος για την ανοχή της δουλείας από τις ΗΠΑ και για την εμπλοκή τους σε πόλεμο με το Μεξικό. Η μικρή έκταση του βιβλίου δεν εμπόδισε την τεράστια έκτοτε πολιτική του απήχηση.

Πώς θα μπορούσαν σήμερα οι Αμερικανοί να επιδείξουν μια στοιχειώδη πολιτική ανυπακοή; Η λύση βρισκόταν μπροστά τους αλλά είτε την απέρριψαν είτε δεν κατανόησαν τη σημασία της. Ήταν ο Μπέρνι Σάντερς που θα μπορούσε ίσως να αντιπαρατεθεί με επιτυχία στον Ντόναλντ Τραμπ. Αλλά το πολιτικό σύστημα επέλεξε να δοκιμάσει τους Αμερικανούς με την υποψηφιότητα της Χίλλαρυ Κλίντον και οδήγησε τελικά στην εκλογή του Τραμπ. Που ίσως τελικά να ήταν μια πράξη πολιτικής ανυπακοής. Τόσο αδέξιας όσο και το Brexit.

Η μνημονιότητα και πολλές ακόμα μέρες

Δεν ανήκω σ’ αυτούς που αγαπούν τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Θαυμάζω βέβαια μια κινηματογραφική γραφή που ακουμπάει εκτός απ’ τις εικαστικές και τις άλλες τέχνες, ας πούμε την ποιητική βιωματική της ιστορίας, αλλά ως εκεί. Από την πρώτη κιόλας ταινία του Αγγελόπουλου που είδα, τον Θίασο, που ερμηνεύεται συχνά ως η απόλυτη κινηματογραφική μεταφορά της σύγχρονης ιστορίας μας, με έμφαση στον Εμφύλιο, συγκρατώ την ανάμνηση ακίνητων πλάνων που επιτυγχάνουν μεν τον συμβολισμό τους αλλά που εξαντλούν το νευρικό σύστημα του θεατή, χωρίς αυτό να εξυπηρετεί ούτε την καλύτερη εμπέδωση της ιστορίας ούτε και την απόλαυση του να παρακολουθείς μια ταινία.

Βέβαια όπου υπάρχει βαριεστημάρα ή αμφιβολία, έρχεται ο κριτικός και βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Σύσσωμη η κριτική υπήρξε ανέκαθεν διθυραμβική για τον Αγγελόπουλο. Όσο για τον θεατή, το μεγαλύτερο μέρος της απόλαυσής του είναι η βεβαιότητα ότι έχει παρακολουθήσει κάτι ποιοτικό και επιπλέον εγκεκριμένο. Γιατί η κριτική λέει τα ναι ή τα όχι για λογαριασμό σου, όπως έκαναν και κάνουν ακόμη οι αριστερές παρατάξεις όταν επιλέγουν πολιτική γραμμή και απαντούν πάντοτε με βεβαιότητα και με τις ίδιες πάνω-κάτω λέξεις στις ερωτήσεις «τι λέμε για το μεταναστευτικό;», «τι για το χωρισμό εκκλησίας-κράτους;», «τι για την Ευρώπη, τι για τα μνημόνια;» και πάει λέγοντας.

Μόνο που για τα μνημόνια, για την διαρκή συρρίκνωση των συντάξεων, για την υπερβολική φορολόγηση και άλλα πολλά, η πολιτική γραμμή έχει αφεθεί στην τύχη της. Και αν επιχειρώ μια τρόπον τινά σύνδεση του αγγελοπουλικού τοπίου, της κριτικής και της πολιτικής είναι γιατί βρίσκω αξιοσημείωτες αναλογίες στη σύνθετη γλώσσα όλων, μια γλώσσα που τείνει να εξαφανίσει την κοινή λογική. Το να παίρνεις «γραμμή» είναι παντού, πάντα και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις και αδικαιολόγητο και απαράδεκτο.

Ειδικά στις μικρές στιγμές που θα έπρεπε να σου ανήκουν ολοκληρωτικά, όπως είναι το διάβασμα, ο κινηματογράφος ή το θέατρο, η κριτική αγγίζει τα όρια της απρέπειας. Είναι η ίδια απρέπεια που εμπεριέχεται και σε κάθε υποχρεωτική υιοθέτηση πολιτικής γραμμής, αφού κάθε «γραμμή» προϋποθέτει την αυθεντία και το πλήθος. Ο κριτικός που σου λέει τι να δεις ή τι να διαβάσεις, ακόμα και πού να επενδύσεις όταν πρόκειται για έργα τέχνης, ο αριστερός που σου λέει τι να πιστέψεις, το κράτος που απαιτεί την υπακοή σου, το αντιπροσωπευτικό σύστημα που νομίζει ότι με 300 άτομα μπορούν να εκπροσωπηθούν εκατομμύρια άλλα.

Σε μια από τις σχετικά πρόσφατες ταινίες του Αγγελόπουλου, «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», ένας κουρασμένος άνθρωπος περιφέρεται στον τόπο και το χρόνο προσπαθώντας να βρει τις λέξεις που του λείπουν. Η αναζήτηση τον οδηγεί στον Διονύσιο Σολωμό, που προσπαθεί και αυτός να βρει τις δικές του λέξεις από μια μητρική γλώσσα που ποτέ δεν μίλησε. Θα αρκεστώ σ’ αυτό. Στη μητρική γλώσσα που ποτέ δεν μιλήσαμε πέρα απ’ τα στοιχειώδη. Γιατί ο Σολωμός δεν έψαχνε τις λέξεις μιας στοιχειώδους συνεννόησης, αλλά τις λέξεις που θα έθετε στην υπηρεσία της εθνικής ανεξαρτησίας. Αναζητούσε τις λέξεις μιας μάχης που ήταν πρόθυμος να δώσει.

Οι σύγχρονοι Έλληνες, πολιτικοί και μη, δεν έχουν τέτοια διλήμματα. Μιλούν πρόθυμα τις γλώσσες της Βαβέλ, οι μεν πολιτικοί έχοντας προ πολλού λησμονήσει και την κόψη και την όψη της σολωμικής Ελευθερίας, οι δε άλλοι ως πειθήνιο πλήρωμα του ευρωπαϊκού σκάφους. Όλοι περήφανοι υποτελείς μιας μάχης που ποτέ δεν δόθηκε. Και όσο κι αν φαίνεται παράξενο πρόκειται πάντα για τη μητρική γλώσσα που κανένας πια δεν νοιάζεται αν χαθεί κι αν ξεχαστεί. Γιατί μπορεί να επιστρατεύσεις τις λατινικές συντομογραφίες των μεταπτυχιακών και των διδακτορικών στην υπηρεσία της καριέρας, αλλά ουσιαστικά απείθαρχος, δηλαδή επαναστατημένος, δεν μπορεί να είσαι παρά μόνον στη μητρική σου γλώσσα.

Μια απ’ τις καλύτερες θέσεις της κριτικής, όταν δεν έχει τίποτα ουσιαστικά να πει, είναι η λέξη άνισος, κλινόμενη σε όλα τα γένη. Ο άνισος ρόλος, η άνιση ταινία, το άνισο σενάριο. Επιδιώκοντας να ορίσει ότι υπάρχει πάντα μια μεγαλύτερη πρόθεση που τελικά δεν είναι ορατή και δεν εξισώνεται με το αποτέλεσμα. Πράγμα που δεν αποδεικνύεται με τίποτα. Διότι η πρόθεση είναι πάντα ενδιάθετη και επιπλέον έως και αδιάφορη για το τελικό αποτέλεσμα.

Η διαπίστωση π.χ. ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε καλές προθέσεις είναι παντελώς αδιάφορη σε σχέση με το αποτέλεσμα που επέφερε. Το αριστερό του προφίλ που εξαντλείται σε ανθρωπιστικές κορώνες είναι αδιάφορο για την πλειοψηφία των Ελλήνων. Τα ατελείωτα συμβολικά πλάνα του Αγγελόπουλου εξαντλούν τόσο, που χρησιμεύουν τελικά μόνον για τα αρχεία των σινεφίλ.

Όμως η αιωνιότητα και μια μέρα ακουμπάει ίσως αποτελεσματικά την ιστορική μας μνήμη. Μόνον που τώρα πια ορίζεται ως μνημονιότητα, της οποίας η διάρκεια ήδη χάνεται στον μελλοντικό μας χρόνο.

Χαράτσι : Μια λέξη παντός καιρού

Όταν το 2011 μπήκε στη ζωή μας για πρώτη φορά η φορολόγηση όλων των ακινήτων, χωρίς διάκριση πλέον εάν επρόκειτο για κατοχή μεγάλης ή μικρής ακίνητης περιουσίας, ο σχετικός φόρος (ΕΕΤΗΔΕ του Ν. 4021/2011) ονομάστηκε προσωρινής διάρκειας και εισπράττονταν μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ, γεγονός που δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση σε ιδιοκτήτες και μισθωτές ακινήτων.

Για τους εμπόρους και τους ελεύθερους επαγγελματίες είχε ήδη επιβληθεί εφάπαξ φόρος, ακόμη και για τα φορολογικά έτη τα οποία είχαν «κλείσει» και πληρώσει προς τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., ενώ και οι δύο φόροι εξελίχθηκαν και απέκτησαν μόνιμο χαρακτήρα, ο μεν φόρος στα ακίνητα ως ο γνωστός πια σε όλους ΕΝΦΙΑ, ο δε φόρος στους ελεύθερους επαγγελματίες ως «τέλος επιτηδεύματος», που εισπράττεται ανεξάρτητα από το εισόδημα και από τα κέρδη ή τις ζημίες του κάθε επαγγελματία.

Οι φόροι αυτοί, ειδικά αυτός των ακινήτων, μετονομάστηκαν άμεσα και αυθόρμητα σε «χαράτσι», απηχώντας την ισχυρή ιστορική μνήμη που άφησε στο νεώτερο ελληνικό κράτος η αυθαιρεσία του οθωμανικού συστήματος φορολόγησης, το οποίο τελειοποιείται διαρκώς από την νεοθωμανική πολιτική της Ε.Ε. και των ελληνικών κυβερνήσεων. Οι Οθωμανοί πρέπει πράγματι να υπήρξαν πηγή έμπνευσης για κάθε λογής αυθαιρεσία και κυρίως για την αποσύνδεση του φόρου από το πραγματοποιούμενο εισόδημα, για την κατάργηση της αναλογίας δηλαδή, της μόνης που μπορεί να κάνει ανεκτό το ούτως ή άλλως δυσάρεστο φορολογικό σύστημα.

Σταχυολογώ από το πλήθος των φόρων που επιβλήθηκαν κατά καιρούς, έναν πολύ ιδιαίτερο εφάπαξ φόρο. Επιβλήθηκε στην Τουρκία το 1942, όταν πρωθυπουργός της ήταν ο Σουκρού Σαράτσογλου και προσυπογράφηκε από τον τότε Πρόεδρο της τουρκικής Δημοκρατίας Ισμέτ Ινονού. Ο φόρος ονομαζόταν τουρκιστί «Βαρλίκ Βεργκισί» και αφορούσε μόνον τους αλλογενείς πολίτες της Τουρκίας και ειδικά της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή τους Έλληνες και τους Αρμένιους κυρίως, ίσχυσε από την 11/11/1942 μέχρι την 15/3/1944 και ήταν καταβλητέος εντός 30 ημερών.

Ήταν εφάπαξ φόρος επί των ακινήτων και ισοδυναμούσε συχνά με την συνολική εμπορική τους αξία. Για να μπορέσουν να καταβάλουν τον φόρο, πολλοί εκπλειστηρίασαν την κινητή και ακίνητη περιουσία τους. Όσοι αρνούνταν ή αδυνατούσαν να πληρώσουν στέλνονταν για καταναγκαστικά έργα στα βάθη της Ανατολής.

Για την ιστορία θα θυμίσω ότι η καταναγκαστική εργασία στην Τουρκία χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστατο της στρατιωτικής θητείας των αλλοεθνών: τα περιβόητα Αμελέ Ταμπουρού, όπου χιλιάδες νέοι Έλληνες έχασαν τη ζωή τους από τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και διαμονής, όπως μας παραδίδεται και από την προσωπική εμπειρία του Ηλία Βενέζη.

Στο μεταξύ μεγάλες περιουσίες εκποιήθηκαν και εκατοντάδες οικογένειες καταστράφηκαν, σε μια προσπάθεια του τουρκικού κράτους να ξεκαθαρίσει το τοπίο στην Κωνσταντινούπολη και να εξαναγκάσει τους Έλληνες να την εγκαταλείψουν. Ας μην ξεχνάμε ότι λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησαν οι διώξεις των Κωνσταντινουπολιτών Ελλήνων από την κυβέρνηση του Μεντερές το 1955.

Σήμερα το οθωμανικό σύστημα εξακολουθεί να προηγείται με διαφορά στις επιλογές φορολόγησης της ελληνικής πολιτείας, βασισμένο εν πολλοίς στην ελληνική ιδιαιτερότητα της ιδιοκατοίκησης από μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Μόνον που η κατοχή κατοικίας εξασφαλίστηκε στην Ελλάδα κυρίως με δανειοδότηση και αν εξαιρέσουμε την προστασία της πρώτης κατοικίας υπό κάποιους όρους (Ν. 3869/2010 με τις τροποποιήσεις του), η υπόλοιπη περιουσία των Ελλήνων δεν είναι πια διασφαλισμένη. Και δεν πρόκειται βέβαια για τους κατόχους μεγάλων ακίνητων περιουσιών, για τους οποίους προβλεπόταν πάντα ο Φ.Μ.Α.Π., αλλά για εκείνους που διαθέτουν μια περιορισμένη ακίνητη περιουσία προς εκμετάλλευση ή ιδιόχρηση.

Στο μεταξύ η ακίνητη περιουσία υποβαθμίστηκε δραματικά. Η αντικειμενική αξία των ακινήτων, που υπήρξε ουσιαστικά ένας συμβιβασμός ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος για την επίτευξη ενός σταθερού τρόπου υπολογισμού του φόρου μεταβίβασης των ακινήτων, έχει πλέον αναχθεί σε εργαλείο καταλήστευσης, εφόσον η αγοραστική αξία των περισσότερων ακινήτων υπολείπεται σημαντικά της αντίστοιχης αντικειμενικής. Τα ακίνητα πουλιούνται για ένα κομμάτι ψωμί προκειμένου να απαλλαγεί ο ιδιοκτήτης τους από τον ΕΝΦΙΑ και τα τεκμήρια φορολόγησης. Απλώς στη θέση του οθωμανικού κράτους θα βρίσκονται πλέον οι Τράπεζες και πίσω από αυτές οι ξένοι επενδυτές, που θα αποκτούν φτηνά και εύκολα τις περιουσίες των Ελλήνων για να αλλάξουν τελικά το τοπίο της χώρας και να την αλώσουν όχι με πόλεμο αλλά με νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας.

Υπάρχουν βέβαια δύο διαφορές. Η πρώτη είναι ότι οι Τούρκοι άρπαζαν με στόχο την διασφάλιση ενός συμπαγούς εθνικού κράτους, ενώ το ξεπούλημα των ελληνικών περιουσιών βοηθά απλώς στην καθημερινή εμπέδωση της ήδη στερεής μας πεποίθησης ότι ζούμε υπό κατοχικές συνθήκες. Η δεύτερη είναι ότι τα σύγχρονα Αμελέ Ταμπουρού στελεχώνονται από τους Έλληνες -επιστήμονες και μη- που επιλέγουν να εργαστούν στην Ευρώπη, εξαπατημένοι από την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής. Άλλωστε η βλακώδης αξίωση της πολυπολιτισμικότητας των τελευταίων χρόνων υπήρξε τελικά ο δούρειος ίππος της κατάλυσης, μέσα από την διαρκή ανοχή, κάθε εθνικής ενσυναίσθησης. Μιας ενσυναίσθησης που, αν υπήρχε, ίσως να απέτρεπε την άθλια και υποτελή προσκόλλησή μας στην Ευρώπη.