Μιλάς με γρίφους γέροντα!

Μια ακόμα επέτειος. Για μια ημερομηνία ορόσημο στη σύγχρονη πολιτική μας ιστορία. Τα τελευταία χρόνια οι πολιτικοί σπεύδουν πρωί-πρωί να καταθέσουν τα επιβεβλημένα τους στεφάνια για να αποφύγουν όσο μπορούν τους προπηλακισμούς. Ύστερα ξανακρύβονται στα γραφεία τους ανακουφισμένοι για την υποχρέωση που τέλειωσε. Γιατί το πολιτικό σύστημα έκανε το λάθος να υιοθετήσει την 17η Νοέμβρη ως ημέρα θυσίας για τη δημοκρατία και πίστεψε ότι θα καθάριζε εσαεί με μια πορεία (δβζ. παρέλαση) το χρόνο. Όσο για την πολυσυζητημένη διαρκή νοηματοδότηση του μηνύματος του Πολυτεχνείου, ανήκε τότε στη σφαίρα του ιδεατού και μπορούσε κανείς να προσχωρήσει άφοβα σ’ αυτήν την άποψη. Όμως τα γεγονότα -ως γνωστόν- υπερβαίνουν πάντα και τις προθέσεις και τις προβλέψεις.

Το 1973 πήγαινα ακόμα στο σχολείο και κατοικούσα στο Γουδί. Όλη εκείνη την άϋπνη νύχτα, την παραμονή της εισβολής, άκουγα το σταθμό του Πολυτεχνείου και τα τανκς να κατηφορίζουν απ’ την οδό Σπηλιωτοπούλου προς το κέντρο της Αθήνας. Αν μπορεί να υπάρξει περιγραφή, επρόκειτο για την αίσθηση μιας επανάστασης που δεν αφορούσε μόνον τη χούντα και την αποκατάσταση της δημοκρατίας -όπως επεχείρησαν έκτοτε να περιορίσουν το νόημά της οι πολιτικοί-, αλλά για μια συνολική εξέγερση. Και ακόμα και σε τόσο νεαρή ηλικία, ποτέ δεν πίστεψα πως η χούντα άξιζε από μόνη της τόση φασαρία, γιατί η εξέγερση δεν καταγράφεται σύμφωνα με τις μεταγενέστερες ερμηνείες της, αλλά σύμφωνα με την εγγενή και αναπόφευκτη πρόθεσή της να ανατρέψει ένα πολύ ευρύτερο σύστημα.

Αυτό το πάθος της εξέγερσης το ξαναβρήκα στις ογκώδεις πορείες των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Στα χρόνια του Καραμανλή και του ΠΑΣΟΚ αργότερα. Τότε που το Πολυτεχνείο ήταν και πάθος και μένος και ορμή και που το μήνυμά του διατηρούσε κάτι από τη λυτρωτική εξέγερση που υποσχόταν εκείνος ο παράνομος πομπός, παρά τα παράσιτα της χούντας. Ύστερα το πράγμα άρχισε να ξεφεύγει και πολλοί από τους πρωταγωνιστές του το εξαργύρωναν ήδη άγρια, σαν πολιτική κληρονομιά μεταβιβάσιμη στους μίζερους και ενδεείς ιδεολογικούς τους χώρους. Αλλά αυτά είναι πράγματα γνωστά σε όλους.

Στα Εξάρχεια πια, ύστερα από πολλά χρόνια, προσπαθώ να μην λησμονήσω αυτήν την αίσθηση κάθε φορά που «γίνονται επεισόδια» στο κέντρο της Αθήνας, με την υποσημείωση ότι αμαυρώνουν την επέτειο του Πολυτεχνείου. Αν το σύστημα προσπαθεί μόνιμα να οικειοποιηθεί μια μνήμη, να την εντάξει στις σχολικές αργίες και να την εγκλείσει σ’ έναν εφάπαξ ηρωϊσμό, δικαιούται ίσως και ο κουκουλοφόρος να ξηλώσει μερικά πεζοδρόμια, να πετάξει μολότωφ και ν’ ανάψει φωτιές στα οδοφράγματά του. Το γεγονός ότι είναι αποκομμένος από την κοινωνία, αναζητώντας ένα νεφελώδες επαναστατικό υποκείμενο και απευθύνοντας ένα ακόμα πιο νεφελώδες ιδεολογικό μήνυμα, μπορεί να καθιστά τον ίδιο ακατανόητο όχι όμως και την οργή του που γιγαντώνεται από τον φόβο των άλλων.

Τα καταστήματα έχουν κατεβασμένα τα ρολά και έχουν αποσυρθεί από τους δρόμους τα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Ο χώρος προσφέρεται για μάχη, ετοιμάζεται για μάχη απ’ τους ίδιους τους κατοίκους του που αποσύρονται εθελούσια για να προσφέρουν κάθε δυνατή ελευθερία σε μια δράση που την αντιμετωπίζουμε πια περίπου σαν φυσικό φαινόμενο και που, αντίθετα με τους σεισμούς και τις άλλες φυσικές καταστροφές, έχει τουλάχιστον προαναγγελθεί ως ο ετήσιος γρίφος της επανάστασης.

Το οποίο με τη σειρά του μου θυμίζει το ανέκδοτο για τον Κόναν το βάρβαρο. Ο οποίος διασχίζει βουνά και λαγκάδια για να βρει το σοφό γέροντα που κατέχει το μυστικό της ζωής. Και όταν τον βρίσκει, πρώτα τού κατεδαφίζει την πόρτα και ύστερα τον ρωτάει για το μυστικό του. Εκείνος του απαντά «υπάρχουν και πόμολα Κόναν» και ο Κόναν παρατηρεί τότε περισπούδαστα «μιλάς με γρίφους γέροντα!».

Έτσι καταγράφεται πια η εξέγερση στα Εξάρχεια, ως ο ετήσιος επαναστατικός γρίφος μιας ομάδας ανθρώπων απελπισμένων και παράφορων. Την εξέγερσή τους όμως την προετοιμάζουμε όλοι μαζί, αναγνωρίζοντας με τις προφυλάξεις μας την βέβαιη επανάληψή της, εμπλουτισμένη φέτος και με την επίσκεψη του Ομπάμα στην Αθήνα. Την περιττή και μάταιη και κυρίως γεμάτη τσιριμόνιες απ’ την κυβέρνησή μας. Από την οποία κανείς δεν τού επισήμανε ότι η επίσκεψή του συμπίπτει με μια μυθική στιγμή της ιστορίας μας και ότι καλά θα έκανε να απολογηθεί, αν όχι για τη δικτατορία, τουλάχιστον όμως για την κακή χρονική συγκυρία της επίσκεψής του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s