Χαράτσι : Μια λέξη παντός καιρού

Όταν το 2011 μπήκε στη ζωή μας για πρώτη φορά η φορολόγηση όλων των ακινήτων, χωρίς διάκριση πλέον εάν επρόκειτο για κατοχή μεγάλης ή μικρής ακίνητης περιουσίας, ο σχετικός φόρος (ΕΕΤΗΔΕ του Ν. 4021/2011) ονομάστηκε προσωρινής διάρκειας και εισπράττονταν μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ, γεγονός που δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση σε ιδιοκτήτες και μισθωτές ακινήτων.

Για τους εμπόρους και τους ελεύθερους επαγγελματίες είχε ήδη επιβληθεί εφάπαξ φόρος, ακόμη και για τα φορολογικά έτη τα οποία είχαν «κλείσει» και πληρώσει προς τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., ενώ και οι δύο φόροι εξελίχθηκαν και απέκτησαν μόνιμο χαρακτήρα, ο μεν φόρος στα ακίνητα ως ο γνωστός πια σε όλους ΕΝΦΙΑ, ο δε φόρος στους ελεύθερους επαγγελματίες ως «τέλος επιτηδεύματος», που εισπράττεται ανεξάρτητα από το εισόδημα και από τα κέρδη ή τις ζημίες του κάθε επαγγελματία.

Οι φόροι αυτοί, ειδικά αυτός των ακινήτων, μετονομάστηκαν άμεσα και αυθόρμητα σε «χαράτσι», απηχώντας την ισχυρή ιστορική μνήμη που άφησε στο νεώτερο ελληνικό κράτος η αυθαιρεσία του οθωμανικού συστήματος φορολόγησης, το οποίο τελειοποιείται διαρκώς από την νεοθωμανική πολιτική της Ε.Ε. και των ελληνικών κυβερνήσεων. Οι Οθωμανοί πρέπει πράγματι να υπήρξαν πηγή έμπνευσης για κάθε λογής αυθαιρεσία και κυρίως για την αποσύνδεση του φόρου από το πραγματοποιούμενο εισόδημα, για την κατάργηση της αναλογίας δηλαδή, της μόνης που μπορεί να κάνει ανεκτό το ούτως ή άλλως δυσάρεστο φορολογικό σύστημα.

Σταχυολογώ από το πλήθος των φόρων που επιβλήθηκαν κατά καιρούς, έναν πολύ ιδιαίτερο εφάπαξ φόρο. Επιβλήθηκε στην Τουρκία το 1942, όταν πρωθυπουργός της ήταν ο Σουκρού Σαράτσογλου και προσυπογράφηκε από τον τότε Πρόεδρο της τουρκικής Δημοκρατίας Ισμέτ Ινονού. Ο φόρος ονομαζόταν τουρκιστί «Βαρλίκ Βεργκισί» και αφορούσε μόνον τους αλλογενείς πολίτες της Τουρκίας και ειδικά της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή τους Έλληνες και τους Αρμένιους κυρίως, ίσχυσε από την 11/11/1942 μέχρι την 15/3/1944 και ήταν καταβλητέος εντός 30 ημερών.

Ήταν εφάπαξ φόρος επί των ακινήτων και ισοδυναμούσε συχνά με την συνολική εμπορική τους αξία. Για να μπορέσουν να καταβάλουν τον φόρο, πολλοί εκπλειστηρίασαν την κινητή και ακίνητη περιουσία τους. Όσοι αρνούνταν ή αδυνατούσαν να πληρώσουν στέλνονταν για καταναγκαστικά έργα στα βάθη της Ανατολής.

Για την ιστορία θα θυμίσω ότι η καταναγκαστική εργασία στην Τουρκία χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστατο της στρατιωτικής θητείας των αλλοεθνών: τα περιβόητα Αμελέ Ταμπουρού, όπου χιλιάδες νέοι Έλληνες έχασαν τη ζωή τους από τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και διαμονής, όπως μας παραδίδεται και από την προσωπική εμπειρία του Ηλία Βενέζη.

Στο μεταξύ μεγάλες περιουσίες εκποιήθηκαν και εκατοντάδες οικογένειες καταστράφηκαν, σε μια προσπάθεια του τουρκικού κράτους να ξεκαθαρίσει το τοπίο στην Κωνσταντινούπολη και να εξαναγκάσει τους Έλληνες να την εγκαταλείψουν. Ας μην ξεχνάμε ότι λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησαν οι διώξεις των Κωνσταντινουπολιτών Ελλήνων από την κυβέρνηση του Μεντερές το 1955.

Σήμερα το οθωμανικό σύστημα εξακολουθεί να προηγείται με διαφορά στις επιλογές φορολόγησης της ελληνικής πολιτείας, βασισμένο εν πολλοίς στην ελληνική ιδιαιτερότητα της ιδιοκατοίκησης από μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Μόνον που η κατοχή κατοικίας εξασφαλίστηκε στην Ελλάδα κυρίως με δανειοδότηση και αν εξαιρέσουμε την προστασία της πρώτης κατοικίας υπό κάποιους όρους (Ν. 3869/2010 με τις τροποποιήσεις του), η υπόλοιπη περιουσία των Ελλήνων δεν είναι πια διασφαλισμένη. Και δεν πρόκειται βέβαια για τους κατόχους μεγάλων ακίνητων περιουσιών, για τους οποίους προβλεπόταν πάντα ο Φ.Μ.Α.Π., αλλά για εκείνους που διαθέτουν μια περιορισμένη ακίνητη περιουσία προς εκμετάλλευση ή ιδιόχρηση.

Στο μεταξύ η ακίνητη περιουσία υποβαθμίστηκε δραματικά. Η αντικειμενική αξία των ακινήτων, που υπήρξε ουσιαστικά ένας συμβιβασμός ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος για την επίτευξη ενός σταθερού τρόπου υπολογισμού του φόρου μεταβίβασης των ακινήτων, έχει πλέον αναχθεί σε εργαλείο καταλήστευσης, εφόσον η αγοραστική αξία των περισσότερων ακινήτων υπολείπεται σημαντικά της αντίστοιχης αντικειμενικής. Τα ακίνητα πουλιούνται για ένα κομμάτι ψωμί προκειμένου να απαλλαγεί ο ιδιοκτήτης τους από τον ΕΝΦΙΑ και τα τεκμήρια φορολόγησης. Απλώς στη θέση του οθωμανικού κράτους θα βρίσκονται πλέον οι Τράπεζες και πίσω από αυτές οι ξένοι επενδυτές, που θα αποκτούν φτηνά και εύκολα τις περιουσίες των Ελλήνων για να αλλάξουν τελικά το τοπίο της χώρας και να την αλώσουν όχι με πόλεμο αλλά με νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας.

Υπάρχουν βέβαια δύο διαφορές. Η πρώτη είναι ότι οι Τούρκοι άρπαζαν με στόχο την διασφάλιση ενός συμπαγούς εθνικού κράτους, ενώ το ξεπούλημα των ελληνικών περιουσιών βοηθά απλώς στην καθημερινή εμπέδωση της ήδη στερεής μας πεποίθησης ότι ζούμε υπό κατοχικές συνθήκες. Η δεύτερη είναι ότι τα σύγχρονα Αμελέ Ταμπουρού στελεχώνονται από τους Έλληνες -επιστήμονες και μη- που επιλέγουν να εργαστούν στην Ευρώπη, εξαπατημένοι από την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής. Άλλωστε η βλακώδης αξίωση της πολυπολιτισμικότητας των τελευταίων χρόνων υπήρξε τελικά ο δούρειος ίππος της κατάλυσης, μέσα από την διαρκή ανοχή, κάθε εθνικής ενσυναίσθησης. Μιας ενσυναίσθησης που, αν υπήρχε, ίσως να απέτρεπε την άθλια και υποτελή προσκόλλησή μας στην Ευρώπη.

Advertisements

Γιώργος Σεφέρης και Μπέρτολτ Μπρεχτ

Ξεχωρίζω δύο ποιήματα από τους δύο ποιητές. «Με τον τρόπο του Γ.Σ.» του Γ. Σεφέρη, γραμμένο το 1936, και «Για τον φτωχό Μπ. Μπ.» του Μπ. Μπρεχτ, γραμμένο το 1921. Στα αποσπάσματα από τον Μπ. Μπρεχτ χρησιμοποιώ άλλοτε τη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη και άλλοτε αυτήν του Πέτρου Μάρκαρη, ανάλογα με το πώς έρχονται στη μνήμη μου οι στίχοι, απομνημονευμένοι εδώ και πολλά χρόνια.

      Ποιήματα που απευθύνει κανείς στο εαυτό του, βιογραφώντας τον κατά κάποιο τρόπο, σε μια εκρηκτική στιγμή έμπνευσης που κάνει τα πάντα να σχεδιάζονται καθαρά παρά την υπαινικτικότητά τους. Τον κόσμο που αναπτύσσεται γύρω μας, τις σκιές του παρελθόντος, τις αδιέξοδες και ανελέητες συγκρούσεις, το ανήσυχο νεύμα της ιστορίας που δεν μπορεί παρά να επιβιώνει σ’ αυτό που αποκαλούμε «μεγάλη ποίηση», ακόμη και μέσα από την μέγιστη εσωτερίκευσή της.  Και ακόμα τις αναλογίες που μπορούν να διαπιστωθούν ανάμεσα σε διαφορετικούς ποιητές, ακριβώς επειδή η ποίηση είναι καμιά φορά ο σελιδοδείκτης της ιστορίας.

         «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει / Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου / γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου …»,

       «Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ είμαι από τα / Μαύρα Δάση. Η μάνα μου στις πολιτείες με / κουβάλησε σαν ήμουν ακόμα στην κοιλιά / της. Και των δασών η παγωνιά μέσα μου θα / ’ναι ως το θάνατό μου…».

      Αν η ποίηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια διαρκής αυτοβιογραφία, πώς μπορεί κανείς να συστηθεί;  Το δηλητηριασμένο πουκάμισο του Κένταυρου Νέσσου που σκότωσε τον Ηρακλή και που η ανάμνησή του σέρνεται ακόμα στις καστανιές του Πηλίου, τα μαύρα δάση που η παγωνιά τους κρατάει ως το θάνατο, δεν είναι παρά μια σύσταση, ένας κόσμος προέλευσης, αυτό που μπορεί να σου εγγυηθεί ότι θα είσαι για πάντα και μοναδικός και μόνος.  Είναι αναγκαίο το μονήρες στην ποίηση. Είναι ο λόγος της ύπαρξής της και το συστατικό της. Το δηλητήριο και η παγωνιά δηλώνουν από πού έρχεσαι αλλά και πού πηγαίνεις.  Και δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερη ερμηνεία για το πεπρωμένο από την αδυναμία σου να ξεφύγεις απ’ την ιστορία.

     «Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει / κι αν ‘ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς’ / είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι …»,

      «Απʼ αυτές τις πολιτείες θʼ απομείνει εκείνος / που διάβηκε από μέσα τους: ο άνεμος! Δίνει / χαρά το σπίτι σʼ αυτόν που τρώει : κι αυτός τʼ αδειάζει μονομιάς / Ξέρουμε δα ότι είμαστε περαστικοί κι ότι ύστερα / από μας τίποτα αξιόλογο δε θα ʽρθει…».

       Είναι πανίσχυρη η ιστορική μνήμη και ο μύθος της εξακολουθεί να μας στοιχειώνει.  Το Αιγαίο απ’ τα ομηρικά ακόμα χρόνια ανθίζει πλημμυρισμένο από νεκρούς. Ο Τρωϊκός πόλεμος, η μικρασιατική καταστροφή, οι πρόσφυγες του σύγχρονου κόσμου κάνουν την ποίηση οδυνηρή ενόραση. Μαζί με τον άνεμο, που ευνοεί μια ακόμα χαμένη μάχη. Και που σαρώνει τις πολιτείες για να τις ξανακάνει ανώνυμες και μαζί τους όλους εμάς τους περαστικούς που «έχουμε το σπίτι μας στις πολιτείες της ασφάλτου».

       «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει / παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες / το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ/ΩΝΙΑ 937»,

       «Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται να ʽρθουν, να μην αφήσω τη Βιρτζίνιά μου απʼ την πίκρα να μου σβήσει. Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ από τα Μαύρα Δάση, ξερασμένος στις πολιτείες της ασφάλτου, μέσα στη μάνα μου, σε πρώιμη εποχή!».

       Μ’ αρέσουν τα ποιήματα όταν διαγράφουν την ελλειπτική τους τροχιά στον κόσμο των λέξεων. Παίρνουν την ιστορία και την αφηγούνται απ’ την αρχή.  Μπορούν να υποσχεθούν τη μνήμη όχι όμως και τη λησμονιά. Και μαζί με την Κασσάνδρα, «μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο της λαιμό», μπορούν να ορκιστούν ότι αυτό που πληγώνει θα είναι διαρκές, αλλά ότι τουλάχιστον δεν θα μπορεί να κρυφτεί απ’ το βλέμμα σου, ακόμα κι αν αυτό είναι αμβλυμμένο απ’ την κακομοιριά της επανάληψης.

Τα Δικαστήρια, οι φόροι και οι κλασσικοί

Μέσα στις απαιτήσεις των δανειστών μας και των λοιπών θεσμών, εκτός από τις μειώσεις των μισθών και των συντάξεων, καθώς και τον κάθε λογής ληστρικό φόρο, συμπεριλήφθηκε και η τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Για τους μη μυημένους δεν είναι παρά ένας ακόμη νόμος, εξίσου παράλογος με τους προηγούμενους. Για τους μυημένους όμως ο παραλογισμός αυτού του νομοθετήματος (ν. 4335/2015) δεν έχει προηγούμενο, καθώς εισάγει παράδοξης διάρκειας δικονομικές προθεσμίες και καταργεί στην πράξη μια ολόκληρη νομική λογική, όπως αυτήν της απόδειξης με μάρτυρες, χωρίς να εξυπηρετεί ούτε την ταχύτητα ούτε την ουσία ούτε βέβαια και το κόστος της δικαιοσύνης.

Τα δικαστήρια είναι έτσι κι αλλιώς ο καλύτερος καθρέφτης κάθε κοινωνίας, και όσο πιο παράλογο, άκαρδο και άκαμπτο είναι το νομικό σύστημα τόσο πιο πιστά απεικονίζει το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Αντιγράφω από ένα κλασσικό όσο και σπουδαίο βιβλίο :

«…Μέσα στην καρδιά της ομίχλης κάθεται ο Αρχιδικαστής στο Δικαστήριο του Τσάνσερι. Καμιά ομίχλη δεν είναι τόσο πυκνή, κανένα τέλμα πιο βαθύ από την αβέβαιη και μπερδεμένη κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο Δικαστήριο… ένα τέτοιο απόγευμα ο Αρχιδικαστής κάθεται μ’ ένα φωτοστέφανο ομίχλης γύρω απ’ το κεφάλι του…μοιάζοντας να απευθύνει τους στοχασμούς του στο φεγγίτη της στέγης, όπου δεν βλέπει τίποτα πέρα απ’ την καταχνιά… Εδώ είναι το Δικαστήριο του Τσάνσερι…που έχει έναν τσακισμένο τρελό σε κάθε τρελοκομείο και τους νεκρούς του σε κάθε νεκροταφείο…που δίνει στους πλούσιους και τους ισχυρούς άφθονα μέσα για να καταπονήσουν το δίκαιο, που τόσο εξουθενώνει την τσέπη, την υπομονή, το θάρρος, την ελπίδα, που σαλεύει το νου και ραγίζει την καρδιά…» (Τσάρλς Ντίκενς, Ο Ζοφερός Οίκος, εκδ. Gutenberg 2008, μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ).

Το βιβλίο γράφτηκε το 1852-53 και το Δικαστήριο του Τσάνσερι ήταν δικαστήριο κληρονομικών διαφορών, διάσημο για την ατέρμονη διάρκεια των δικών και την συνακόλουθη οικονομική καταστροφή των διαδίκων. Το ελληνικό σύστημα δεν έχει να του ζηλέψει τίποτα, με τη βοήθεια μάλιστα της τροποποιημένης δικονομίας. Μια αστική υπόθεση μπορεί να διαρκέσει 10 και παραπάνω χρόνια μέχρι να τελεσιδικήσει, όσο για τις ειδικές διαδικασίες -όπως για παράδειγμα οι αποζημιώσεις που οφείλονται σε τροχαία ατυχήματα- οι πρωτόδικες αποφάσεις εκδίδονται μέχρι και δύο χρόνια μετά την εκδίκασή τους. Στα διοικητικά δικαστήρια μπορεί να πεθάνεις από γηρατειά όσο περιμένεις να ορισθεί δικάσιμος ή και να ξεχάσεις γιατί προσέφυγες σ’ αυτά.

Πάντα στην Αγγλία, πενήντα χρόνια μετά το βιβλίο του Ντίκενς, ένας Αμερικανός συγγραφέας περιγράφει το ίδιο δικαστικό σύστημα, όπου οι υποθέσεις εκδικάζονταν με απίστευτη ταχύτητα και αδιαφορία και όπου η αυτοκτονία από φτώχεια και απελπισία τιμωρούνταν ως ποινικό αδίκημα, αν τύχαινε και σωζόταν ο αυτόχειρας. Ο συγγραφέας καταγράφει την περίπτωση της Έλεν Χάτζις Χαντ, 52 ετών, η οποία πνίγηκε για να μην καταλήξει στο φτωχοκομείο και η αυτοκτονία της καταχωρήθηκε από το Δικαστήριο του Τάμεση ως «αυτοκτονία κατά τη διάρκεια προσωρινής παραφροσύνης» :

«Ο άνθρωπος…μπορεί να προσκολληθεί στη ζωή ή να την απαρνηθεί ανάλογα με τι από τα δύο τού υπόσχεται μεγαλύτερη ικανοποίηση ή πόνο. Τολμώ να πω ότι η Ε.Χ.Χ. εξαπατημένη και διαψευσμένη απ’ όλες τις χαρές της ζωής…μη έχοντας τίποτα μπροστά της εκτός από την αθλιότητα του φτωχοκομείου, φέρθηκε πολύ λογικά και σοφά όταν προτίμησε να βουτήξει στο κανάλι. Και τολμώ επιπλέον να διαβεβαιώσω ότι ο δικαστής θα έκανε κάτι σοφώτερο αν κατηγορούσε για προσωρινή παραφροσύνη την κοινωνία που επέτρεψε στην Ε.Χ.Χ. να εξαπατηθεί και να διαψευσθεί από όλες τις χαρές της ζωής…» (Τζάκ Λόντον, Οι άνθρωποι της Αβύσσου, εκδ. Πυραμίδα 1997, μετ. Β. Τομανάς).

Το βιβλίο γράφτηκε το 1902, όταν ο συγγραφέας του βρέθηκε για δύο μήνες στο Λονδίνο, με αφορμή τη στέψη του βασιλιά Εδουάρδου Ζ΄, για να δώσει την εικόνα πίσω από τη χλιδή και τη λάμψη της στέψης, όπου άνθρωποι ανίκανοι, ανασφάλιστοι, κακοπληρωμένοι και άστεγοι, δεν είχαν άλλη διέξοδο απ’ την επαιτεία και το φτωχοκομείο. Για την ιστορία, η Αγγλία αποτέλεσε μακράν το καλύτερο παράδειγμα του πιο βάρβαρου καπιταλισμού, ενισχυμένου από το ανάλγητο δικαστικό της σύστημα.

Υπήρξε επίσης υπόδειγμα εγκληματικής επινοητικότητας στην επιβολή ληστρικής φορολόγησης, που μάλλον αποτέλεσε πρότυπο για τους δανειστές, τους θεσμούς και τις ελληνικές κυβερνήσεις. Για 155 χρόνια (1696-1851) θεσπίστηκε και ίσχυσε στην Αγγλία ο «φόρος παραθύρων», που καταβαλλόταν ανά τριμηνία με βάση τον αριθμό παραθύρων και φεγγιτών που διέθετε κάθε σπίτι, όπως μας παραδίδεται από έναν ακόμη κλασσικό :

«…Είναι εντελώς φυσικό να θέλουμε να πεθάνουν οι εχθροί μας για να τελειώσουν οι πόλεμοι και να μειωθούν οι φόροι. Γιατί είναι τρομερά αυτά που πληρώνουμε. Δίνουμε πάνω από 40 σελίνια για φόρο παραθύρων και έχουμε φράξει όσα περισσότερα μπορούσαμε. Σχεδόν δεν μπαίνει αέρας και φώς…» (Χένρυ Φίλντινγκ, Τομ Τζόουνς, εκδ. Gutenberg 1993, μετ. Έφη Καλλιφατίδη).

Το βιβλίο γράφτηκε το 1748, περί το τέλος των Ιακωβιτικών πολέμων, που υποστήριζαν την επιστροφή του οίκου των Στούαρτ στον αγγλικό θρόνο, και από το απόσπασμα που παρατίθεται φαίνεται η απάτη που περιβάλλει τον απλό άνθρωπο όταν τον τσακίζει το φορτίο των φόρων. «Να πεθάνουν οι εχθροί μας για να τελειώσουν οι πόλεμοι και να μειωθούν οι φόροι…». Το να πεθάνουν οι εχθροί μας είναι ο μόνος τρόπος για να τελειώσει ένας πόλεμος; Και άραγε ύστερα θα μειωθούν οι φόροι;

Η εξουσία έχει αποδείξει ότι οι φόροι είναι αθάνατοι. Και όταν ακόμη καταργούνται αντικαθίστανται αμέσως από άλλους ισοδύναμους ή και χειρότερους. Σημασία έχει η επινοητικότητα. Έτσι βρίσκεται πάντοτε ο τρόπος να συνδεθούν οι νέοι φόροι με μια γενικόλογη όσο και ασαφή νομική αιτιολόγηση (πόλεμος, οικονομική κρίση, αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες κ.λ.π.), με την γενναιόδωρη αρωγή της δικαστικής εξουσίας που σπάνια θυμάται τη θεσμική της ανεξαρτησία. Στα καθ’ ημάς βρίθουν τα παραδείγματα τέτοιων φόρων, το τέλος ακαλύπτων χώρων παλαιότερα, οι τακτοποιήσεις ημιυπαιθρίων χώρων και ο ΕΝΦΙΑ σήμερα, το τέλος δικαστικού ενσήμου στις δίκες, η κατάργηση της αναγνωριστικότητας του αγωγικού αιτήματος, για να σταθώ σε μερικά μόνον παραδείγματα.

Όσο για τον φόρο παραθύρων είναι μια ιδέα που αφού πραγματοποιήθηκε κάποτε, τίποτα δεν αποκλείει την επανάληψή της. Άλλωστε στη χώρα μας έχουμε άφθονο αέρα και φως. Δεν επιτρέπεται τέτοια κατάχρηση χωρίς να πληρώνουμε τίποτα γι’ αυτό !

Η εποχή της ταμπακέρας

Πριν από μια δεκαετία περίπου τα πακέτα των τσιγάρων και των προϊόντων καπνού διακοσμήθηκαν βάναυσα από τρομαχτικές ανακοινώσεις για την βλαβερότητα του καπνού και για τις παθήσεις που το κάπνισμα προκαλούσε. Με τα πηχυαία μαύρα τους γράμματα και τα επίσης μαύρα τους πλαίσια, περισσότερο ενόχλησαν παρά τρόμαξαν τους καπνιστές. Φάνηκαν τότε στην αγορά οι πρώτες χαριτωμένες ταμπακέρες, αλλά εγκαταλείφθηκαν σύντομα γιατί η αντικαπνιστική εκστρατεία προσπάθησε να πολεμήσει τον εθισμό στη νικοτίνη μ’ έναν άλλον εθισμό, αυτόν του τρόμου.

Και όπως είναι γνωστό οι πάσης φύσεως εθισμοί μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Ένα από αυτά είναι η περιορισμένη επιθυμία για αντίσταση και ένα άλλο η σταδιακή κατάπνιξη της οργής μέσα στην χωρίς όρους ανοχή. Θα θυμίσω, ως το πιο πρόσφατο παράδειγμα, την μετατροπή της αρχικής οργής μας σε μια διαρκή ανοχή στον τρόμο των τηλεοπτικών ειδήσεων, στα μέτρα λιτότητας, στην εξαθλίωση κ.λ.π. Έτσι, η διαρκής επανάληψη του τρόμου στις συσκευασίες καπνού έπαψε να επηρεάζει τους καπνιστές, οι οποίοι εγκατέλειψαν τις ταμπακέρες, και εθίστηκαν τόσο στην επανάληψη των τρομερών προειδοποιήσεων που έπαψαν τελικά να τις βλέπουν.

Εδώ και κάποιο καιρό ο τρόμος επανήλθε βιαιότερος. Τα πακέτα των τσιγάρων διακοσμούνται πλέον και στις δύο πλευρές τους με εικόνες ετοιμοθάνατων ασθενών σε μια εξωφρενική εκστρατεία τρομοκράτησης, που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια οποιασδήποτε κοινωνικά αποδεκτής προστασίας των καταναλωτών. Η σουρεαλιστική πινελιά ήταν η σύντομη προειδοποίηση των εταιρειών καπνού που προηγήθηκε, με ένθετες κάρτες που αφενός ανακοίνωναν ότι οι συσκευασίες θα διακοσμηθούν άμεσα με εικόνες ετοιμοθάνατων ασθενών, ενώ αφετέρου διαβεβαίωναν ότι αυτό που δεν επρόκειτο να αλλάξει ήταν η υψηλή ποιότητα των τσιγάρων (!)

Σ’ αυτόν ακριβώς το σουρεαλισμό βρίσκεται η ουσία του καπιταλισμού. Απ’ τη μια πλευρά βρίσκονται τα συμφέροντα των καπνοβιομηχάνων που εξακολουθούν να διαφημίζουν το προϊόν τους «…δεν θ’ αλλάξει η ποιότητα των τσιγάρων κ.λ.π.», παρά την έμμεση παραδοχή τους ότι το κάπνισμα ευθύνεται για μια σειρά ασθενειών. Μπορεί μάλιστα και να τις βολεύει αυτή η αντιδιαφήμιση. Κανείς δεν θα τολμήσει να τους ζητήσει τα ρέστα όταν επισυμβεί το μοιραίο. Απ’ την άλλη βρίσκεται το διαρκώς συρρικνούμενο κοινωνικό κράτος, και ο καπνιστής γίνεται εύκολα ο παρίας του συστήματος, αυτός που κάποτε θα τεθεί εκτός κοινωνικής ασφάλισης ως ανήκων σε ομάδα μη ασφαλιζόμενου υψηλού κινδύνου. Στο μεταξύ θα παραμένει ο υψηλότερα έμμεσα φορολογούμενος πολίτης, αυτός που θα ενισχύει το σύστημα με την διαρκή αύξηση του φόρου στην τιμή των τσιγάρων, ενώ ταυτόχρονα θα έχει την αντιμετώπιση του πολίτη δεύτερης κατηγορίας.

Θυμάμαι την εξαιρετική ερμηνεία του Χάρβεϊ Καϊτέλ στην ταινία «Smoke». Εκείνη την παράθεση ατομικών ιστοριών στο μαγαζάκι που πουλούσε καπνό στο Brooklyn, τον μικρό ενοχικό πλανήτη των καπνιστών μέσα στο εχθρικό αντικαπνιστικό σύμπαν, την εγγύτητα που αποκτά κάθε ιστορία με αυτήν του διπλανού όταν την τυλίγεις μ’ ένα σύννεφο καπνού. Ήρθε και πάλι η εποχή της ταμπακέρας, πολύ φοβάμαι οριστικά αυτήν τη φορά. Για να κρύβει τον τρόμο που ντύνει μια τελευταία μικρή ευχαρίστηση, όπως κρυβόμαστε χρόνια τώρα από όλους τους τρόμους και όλους τους εκφοβισμούς.

Και γιατί ο καπνιστής βαρέθηκε πια να του ανακοινώνουν τον επικείμενο θάνατό του απ’ το τσιγάρο, ενώ καμιά άλλη αιτία θανάτου δεν έχει στο μεταξύ αποκλειστεί. Διότι μπορεί κάλλιστα να πεθάνει από ατύχημα, ή από ασιτία επειδή του μειώσανε τη σύνταξη, ή επειδή ξέχασε να πλύνει το γεμάτο φυτοφάρμακα μήλο που έφαγε, κι ας μην είχε αυτοκόλλητο με νεκροκεφαλή για προειδοποίηση στη λαμπερή του επιφάνεια… Μπορεί ακόμα να πεθάνει απ’ το φόβο του επειδή άνοιξε ξαφνικά την τηλεόραση επάνω στο δελτίο ειδήσεων. Και γιατί τελικά ο καθένας είναι ελεύθερος να διαλέξει τον θάνατό του, αφού είναι αποδεδειγμένο ότι δεν μπορεί να διαλέξει τη ζωή του.

Το πολυκατάστημα και ο θάνατος του εμποράκου

Πολυθρύλητο το θεατρικό έργο του Άρθουρ Μίλερ. Γραμμένο το 1949 προανήγγειλε όλους τους μικρούς θανάτους και όλες τις καταδικασμένες μικρές προσπάθειες. Μίλησε για το τέλος της αγοράς, που μπορούσε ακόμα να έχει το ανθρώπινο πρόσωπο μιας λίγο ως πολύ έντιμης συναλλαγής, για την έλευση του πιο απάνθρωπου καπιταλισμού, για το τέλος κάθε στοιχειώδους συμβιβασμού ανάμεσα στον άνθρωπο και το σύστημα.

Βέβαια ο salesman, ειδικά στην Αμερική, ήταν μια ειδική ανθρώπινη κατηγορία. Ήταν πάνω απ’ όλα οι άνθρωποι που είχαν πιστέψει στο σύστημα και στο αμερικάνικο όνειρο, στην γρήγορη επιτυχία και -γιατί όχι;- στη γρήγορη ευτυχία. Εκπροσωπούσαν ένα επάγγελμα που είχε στόχο να κάνει τα προϊόντα ελκυστικά, ταξίδευαν με τα όλο λαμαρίνα και όγκο αυτοκίνητά τους στους ατέλειωτους αμερικάνικους αυτοκινητόδρομους, και με εργαλείο τη χαμογελαστή τους ευφράδεια έπιαναν τους στόχους της επιχείρησης πουλώντας τα πάντα σε βαριεστημένες νοικοκυρές, πριν καταλήξουν για ένα ποτό στην main street κάθε επαρχιακής πόλης και στο φτηνό της ξενοδοχείο για ύπνο.

Στα καθ’ ημάς ο εμποράκος ήταν ό άνθρωπος-κατάστημα που έκανε το γύρο των χωριών πουλώντας τα πάντα, σήμερα όμως είναι ο κάθε μεσαίος άνθρωπος που έβγαζε, στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, με σχετική αξιοπρέπεια το ψωμί του. Είναι ο ιδιοκτήτης του μικρού εμπορικού καταστήματος, ο μικρός γεωργός και κτηνοτρόφος, ο ελαιοχρωματιστής, ο ηλεκτρολόγος, ο επαγγελματίας μηχανικός, ο δικηγόρος με το μικρό δικηγορικό γραφείο. Ο καθένας είναι πια ο «εμποράκος» που προσφέρει τον θάνατό του στο παντοδύναμο σύστημα. Και δεν πεθαίνει απλώς. Πεθαίνει καταληστευμένος, ακρωτηριασμένος, απελπισμένος.

Στο μυαλό μου ο εμποράκος είναι πάντα ταυτισμένος με την σκηνική αγωνία του Θύμιου Καρακατσάνη, ενός ηθοποιού που μπορούσε να καταγράψει με την ερμηνεία του την τραγωδία με λεξιλόγιο φάρσας και αντίστροφα, και που μπορούσε να κάνει την αστειότητα τόσο αιχμηρή που να σου κόβει κάθε επιθυμία για γέλιο.

Το προσκύνημα, ο δρόμος, η ψυχή του προσκυνητή…

Το ταξίδι των χριστιανών στους Αγίους Τόπους, το ταξίδι των μουσουλμάνων στη Μέκκα, ή ένας γερός θρήνος στο Τείχος των Δακρύων για τους Εβραίους, ήταν το επιστέγασμα των προσκυνημάτων για τους πιστούς των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών. Για τους χριστιανούς, που είναι λιγότερο μονοθεϊστές απ’ τους υπόλοιπους και διατηρούν με τους αγίους τους την ανάμνηση της λατρείας και των θαυμάτων των παλιών θεών, υπάρχουν πάντα και άλλα προσκυνήματα. Μοναστήρια, ιερές εικόνες και λείψανα γίνονται η ευκαιρία για ευχάριστες εκδρομές, περίπου όπως αυτές των σχολικών μας χρόνων.

Υπάρχουν βέβαια και τα πολιτικά προσκυνήματα, το τοπίο μιας μάχης ή τα μνημεία τα αφιερωμένα στον άγνωστο στρατιώτη, οπωσδήποτε περισσότερο εικονοκλαστικά από τα θρησκευτικά τους αντίστοιχα, αλλά που καμιά φορά τα ξεπερνούν στην υπερβολή της εικόνας. Ποιος μπορεί να λησμονήσει -εάν το είχε δει- το βαλσαμωμένο πτώμα του Λένιν, εκτεθειμένο αιώνια στη λατρεία, την περιέργεια, την κριτική ή ακόμα και την φιλοπαίγμονα διάθεση ;

Το προσκύνημα όμως είναι πάνω απ’ όλα ένας δρόμος, μια πνευματική διεργασία και η ιερότητά του έχει να κάνει περισσότερο με τον προσκυνητή. Το πνεύμα του προσκυνητή το εξαγιάζει, με τον ίδιο τρόπο που κάθε πιστός νομιμοποιεί το αντικείμενο της πίστης του και αυτός που αγαπάει κάνει το αντικείμενο της αγάπης του άξιο να αγαπηθεί.

Ο William Butler Yeats (1865-1939) αποτύπωσε εξαιρετικά αυτή την αντίληψη στο ποίημα «When you are old» :

How many loved your moments of glad grace

And loved your beauty with love false or true

But only one man loved the pilgrim soul in you

And loved the sorrows of your changing face

Μόνον αυτός που μπορεί να αντιληφθεί την «ψυχή του προσκυνητή», είναι ικανός να αντιληφθεί και την αξία του προσκυνήματος. Το φέρετρο του Παλαμά, που «πάνω του ακουμπούσε η Ελλάδα» σύμφωνα με τον Άγγελο Σικελιανό, ήταν ένα προσκύνημα που μπόρεσε να συνεγείρει και να βγάλει στους δρόμους έναν αξιοθρήνητο πεινασμένο λαό μέσα στην αθλιότητα της γερμανικής Κατοχής το χειμώνα του 1941.

Πιστεύω στον προσκυνητή και στην ψυχή του. Είναι σαν τη σκιά, που αν και άϋλη και διαρκώς μεταβαλλόμενη, είναι αυτή που δίνει υπόσταση στο υλικό μας σώμα. Πράγμα που το καταλαβαίνεις όταν χαθεί, όπως έγινε στον ομώνυμο ήρωα του Oscar Wilde στο παραμύθι του «Ο Ψαράς και η ψυχή του». Ο Ψαράς ερωτεύτηκε το απραγματοποίητο, μια γοργόνα, και για να ζήσει μαζί της δέχτηκε να χάσει την ψυχή του, τη σκιά του δηλαδή. Ας σημειωθεί ότι ο ψαράς του παραμυθιού ξαναβρήκε τη σκιά του όταν ήταν πια νεκρός.

Θα αποτολμήσω την παρατήρηση ότι κάπως έτσι χάσαμε και στη χώρα μας την ψυχή μας, τη σκιά που έδινε βάρος και υπόσταση στην ανεξαρτησία μας και στην υλική μας παρουσία σε μια γωνιά του παγκόσμιου χάρτη. Φαινόταν εκδρομή αλλά ήταν θυσία. Βαρύ το τίμημα για τους απανταχού προσκυνητές. Η επιλογή του ευρωπαϊκού δρόμου οδηγούσε απ’ την αρχή σε ένα και μοναδικό, πλην μάταιο, προσκύνημα.

Brexit, Bremain, 18η Brumaire και μάλιστα με μουσική επένδυση

Σε μια από τις γνωστότερες όπερες του Χαίντελ, τον Ξέρξη, οι φιλόμουσοι απομονώνουν το περίφημο largo, μια θαυμάσια άρια, την Ombra mai fu. Η άρια αποτελεί την εισαγωγική σκηνή της όπερας και παρότι σχεδιασμένη για τενόρο καστράτο, ερμηνεύεται συνήθως από κόντρα τενόρο ή μέτζο σοπράνο. Ο Ξέρξης υμνεί τη σκιά ενός δέντρου στην εκστρατεία του κατά της Ελλάδας το 480 π.Χ.. «Τέτοια σκιά δεν ξανάγινε ποτέ…», για έναν πλάτανο που περιγράφεται ήδη στις Ιστορίες του Ηροδότου (VII, 31).

Στο ιστορικό έργο του Καρλ Μαρξ «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», διατυπώθηκε η περίφημη πια φράση «η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα», που στην ουσία αποτελούσε μια προτροπή του Μαρξ για συμπλήρωση της παρατήρησης που είχε ήδη καταγραφεί από τον Χέγκελ, ότι δηλαδή κάποια στιγμή θα ξαναβρούμε κάθε ιστορικό γεγονός να επαναλαμβάνεται. Σ’ αυτήν την παρατήρηση ο Μαρξ συμπλήρωσε ότι αυτό που ξέχασε να πει ο Χέγκελ ήταν ότι την πρώτη φορά το ιστορικό γεγονός έχει το στοιχείο της τραγωδίας ενώ στην επανάληψή του το στοιχείο της φάρσας.

Το βιβλίο γράφτηκε το 1852, με αφορμή το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη την 2/12/1851 που κατέλυσε την Δεύτερη Γαλλική Δημοκρατία μετά την Επανάσταση του 1848, και αντέγραψε στην ουσία το πραξικόπημα του προγόνου του Ναπολέοντα Βοναπάρτη την 18η Μπρυμαίρ 1799, που ανέτρεψε το Διευθυντήριο για να εγκαθιδρύσει την Υπατεία και στη συνέχεια την Πρώτη Αυτοκρατορία το 1804.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν πάντοτε οι ιστορικές αναλογίες, που σύμφωνα με την φράση του Μαρξ πρέπει να εκληφθούν σήμερα ως η απόλυτη ιστορική φάρσα, υπό την έννοια ότι η 18η Μπρυμαίρ αποτελεί διαχρονικά την συμβολική φράση-κλειδί κάθε αιφνίδιου «πραξικοπήματος».

Ανάμεσα στο Brexit και το Bremain, η 18η Brumaire θα εξακολουθήσει για καιρό να είναι μετέωρη ως ιστορική αναλογία, και όχι μόνον λόγω της εύκολης γλωσσικής της παρήχησης. Ιδωμένη από τη σκοπιά της κατάλυσης της σύγχρονης γερμανοκεντρικής ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας, η βρετανική έξοδος αποτελεί αναμφίβολα μια σύγχρονη 18η Μπρυμαίρ, με την Βρετανία στη θέση του Ναπολέοντα Βοναπάρτη να απειλεί με διάλυση το σύγχρονο ευρωπαϊκό διευθυντήριο. Ιδωμένη από τη σκοπιά της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, αντίστοιχες με αυτές της δεύτερης 18ης Μπρυμαίρ στη Γαλλία, με τη φτώχεια και την ανεργία να μαστίζουν την άλλοτε κραταιή βρετανική αυτοκρατορία, η βρετανική έξοδος μοιάζει σαν ένα τέχνασμα εξόδου από την κρίση που θα την οδηγήσει ίσως στην παλαιά της αίγλη. Άλλωστε οι Βρετανοί φημίζονταν πάντοτε για το χιούμορ τους. Εάν αντίθετα το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 23ης Ιουνίου 2016 ήταν η παραμονή της Βρετανίας στην Ε.Ε., η ιστορική φάρσα θα περιοριζόταν στη διατήρηση της ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας με κάθε τίμημα.

Ας μην ξεχνάμε ότι απέναντι στο ευρωπαϊκό δίλημμα, η χώρα μας αντέταξε το ίδιο ΟΧΙ στην Ευρώπη στις 5/7/2015, αν και όχι με τόσο ευδιάκριτο περιεχόμενο. Σαν το λαγό που μόνον τρέχει και αποφεύγει απ’ τη φύση του κάθε αναμέτρηση, εμείς οι Έλληνες απειλήσαμε τον ευρωπαϊκό λέοντα με ένα ΟΧΙ σε ποσοστό 65%, που αμέσως ερμηνεύτηκε ως ΝΑΙ, για να φτάσουμε σήμερα να διαπραγματευόμαστε με τον λέοντα καθισμένοι στην πιο περίοπτη θέση, ανάμεσα στα δόντια του!

Και ακριβώς όπως ο Ξέρξης υμνούσε ως ανυπέρβλητη τη σκιά ενός μοναδικού δέντρου, υμνούμε ως επιτυχία της λείας κάθε στιγμή που τα δόντια του λέοντα ξεκουράζονται. Μόνο που η δική μας άρια τραγουδιέται, όπως την είχε σχεδιάσει αρχικά ο συνθέτης της, από καστράτο. Και που ως γνωστόν ήταν ευνούχος.