Only the lady is a tramp?

Το τραγουδούσε ο Φρανκ Σινάτρα στην Ρίτα Χέϊγουορθ σε μια από κείνες τις όμορφες αμερικάνικες ταινίες του ’50. Το τραγούδησε επίσης σε όλους τους τόνους ο Ντόναλντ Τραμπ στη Χίλλαρυ Κλίντον σε όλη τη διάρκεια της πρόσφατης προεκλογικής τους εκστρατείας. Και ύστερα ζήτησε κατά κάποιον τρόπο συγγνώμη από το γυναικείο φύλο γενικά, σε ένα ντιμπέϊτ τυπικά αμερικανικό, όπου οι ερωτήσεις για το αν οι δύο υποψήφιοι θεωρούσαν κατάλληλους τους αμοιβαίους χαρακτηρισμούς τους για τα αυτιά των αμερικανόπαιδων ήταν ίσης ή και μεγαλύτερης σημασίας από το οικονομικό τους πρόγραμμα. Στο μεταξύ οι αμερικανόπαιδες, των οποίων τα αυτιά πρέπει να προστατευτούν, οπλοφορούν απ’ το νηπιαγωγείο και άμα λάχει το ξεκληρίζουν κιόλας.

Θα μου πεις Δημοκρατικοί και Ρεπουπλικάνοι ή σύμφωνα με τα δικά μας «τι Πλαστήρας, τι Παπάγος». Το οποίο σημαίνει ότι όταν η πολιτική χάσει το ζωντανό ιδεολογικό της στίγμα απομένει ο κοινοβουλευτισμός για να προστατεύει την σύμμετρη εναλλαγή των ίδιων στην εξουσία. Η Αμερική πάντως γέμισε με διαδηλωτές μετά την νίκη του Τραμπ. Γεγονός που κάτι σημαίνει για την αφύπνιση αυτού του λαού που δείχνει να κοιμάται ύστερα απ’ το έντονο πολιτικό κίνημα της δεκαετίας του ’70, αλλά και για τους δύο tramp που διασταύρωσαν τις κακές τους λέξεις και την ανύπαρκτη πολιτική τους διεκδικώντας την ίδια εξουσία.

Η Χίλλαρυ Κλίντον που παλεύει χρόνια τώρα για το χρίσμα των Δημοκρατικών και για την προεδρία, ξεπερνώντας από τον αποπλανητάρχη Μπιλ και εφεξής ένα-ένα τα εμπόδια, και ο Ντόναλντ Τραμπ που ξεπήδησε απ’ τον επιχειρηματικό κόσμο και που στο πρόσωπό του οι Αμερικανοί ξαναείδαν να παίρνει σάρκα και οστά το ξεχασμένο αμερικάνικο όνειρο. Και τι είναι το αμερικάνικο όνειρο αν όχι το τέλος της πολιτικής; Προϋποθέτει μόνον σκληρή δουλειά και μια κατά βάσιν αταξική κοινωνία, ιδωμένη όμως μόνον κάτω απ’ το πρίσμα της απουσίας κληρονομικών τίτλων. Η ταξικότητα ή -πιο σωστά- η τοξικότητα του απόλυτου πλούτου και της απόλυτης φτώχειας επιτρέπεται ελεύθερα.

Μπορεί να είσαι ο τελευταίος των τελευταίων, κανείς όμως δεν θα σε εμποδίσει να αποκτήσεις πλούτο και ισχύ εκμεταλλευόμενος όλες τις ευκαιρίες που θα βρεθούν στο δρόμο σου. Το ότι αυτό αποτελεί τη βάση για μια διαρκή εκμετάλλευση αυτών που άδραξαν τις ευκαιρίες σε βάρος αυτών που δεν μπόρεσαν να το κάνουν, δεν έδειξε να απασχολεί ποτέ την αμερικανική κοινωνία. Ήταν πάντα η ζούγκλα και στους δικούς της νόμους βασίστηκε το αμερικάνικο όνειρο. Από το λιοντάρι που βρυχάται στο σήμα της Metro Goldwyn Mayer μέχρι τη Ζούγκλα του Άπτον Σίνκλαιρ, οι νόμοι του αμερικάνικου ονείρου μιλούν πάντα για την αγριότητα, υπερασπίζονται την αγριότητα.

Στο βιβλίο του «Η Ζούγκλα», δημοσιευμένο το 1906, ο Α. Σίνκλαιρ μιλάει για την βάναυση ζωή των εργατών και των μεταναστών στον αμερικανικό παράδεισο. Για την ανεργία, τη φτώχεια, τον υποσιτισμό και το θάνατο. Όμως το βιβλίο έγινε διάσημο για λίγες μόλις σελίδες του. Εκεί όπου περιγράφεται η κατασκευή των βιομηχανοποιημένων παρασκευασμάτων κρέατος, ζαμπόν κ.λ.π. Μέσα στις τεράστιες και επικίνδυνες κρεατομηχανές ανάμιξης επεξεργάζονται μαζί άθλια κομμάτια κρέατος, ποντίκια και ίσως και κάποιο ανθρώπινο μέλος… Οι Αμερικανοί κινητοποιήθηκαν άμεσα. Επρόκειτο για την διατροφική αλυσίδα που αφορούσε άμεσα κάθε νοικοκυριό.

Ο ίδιος ο Σίνκλαιρ δήλωνε εντυπωσιασμένος για την αναγνωρισιμότητα ενός ελάχιστου μέρους του βιβλίου, ενώ το υπόλοιπο έμοιαζε να μην αφορά κανέναν κι ας ήταν το ένα γεγονός απότοκο του άλλου, με αποκλειστικό στόχο την επίτευξη όλο και μεγαλύτερου κέρδους για κάποιους απ’ τους βιομήχανους κατακτητές του αμερικάνικου ονείρου! Δεν πρέπει να ξαφνιαζόμαστε. Οι ίδιες μονοθεματικές καμπάνιες συγκινούν μέχρι σήμερα τους Αμερικανούς, οι οποίοι στρατεύονται στους κόλπους των μικρών τους κοινοτήτων για μεμονωμένες δράσεις, σαν να τους διαφεύγει διαρκώς το ευρύτερο πλαίσιο. Και αυτές τις μεμονωμένες δράσεις δείχνουν να επιβραβεύουν και με την ψήφο τους. Τους γάμους των ομόφυλων, αν είναι Δημοκρατικοί, ή την υπεράσπιση της οπλοφορίας, αν είναι Ρεπουπλικάνοι.

Στο μεταξύ εξακολουθεί να τους διαφεύγει η κοινή τους αγριότητα. Η χρηματοδότηση πολέμων, η απουσία κοινωνικής ασφάλισης, αλλά και η εξοντωτική φορολογία της μεσαίας εισοδηματικής τους τάξης. Η φορολογία είναι αγριότητα που πρέπει να την πολεμάς, όχι μόνον για τους προφανείς λόγους, αλλά και επειδή οδηγεί σε μια άλλη αγριότητα. «I pay my taxes», λέει ο μέσος Αμερικανός, και επειδή αυτό είναι τόσο σκληρό για την ούτως ή άλλως υποθηκευμένη του ζωή, νοιώθει ότι νομιμοποιείται να υπερασπιστεί ένα σύστημα του οποίου είναι και ο ίδιος θύμα. Αν ο ίδιος πληρώνει πάντα, πρέπει να πληρώσουν και οι άλλοι με κάποιο τρόπο. Το μίσος για τον φτωχότερο ή για τον ξένο είναι το ίδιο με το μίσος εκείνου που τον χτύπησαν άδικα. Ζητά να ανταποδώσει σε κάποιον πιο αδύνατο. Με λίγα λόγια, όταν δέχεσαι την αγριότητα της φορολόγησης την επιστρέφεις στην υπόλοιπη κοινωνία σαν πλεόνασμα αντιπάθειας.

Ο Χένρυ Ντέιβιντ Θορώ επεξεργάστηκε ως ιδέα την «Πολιτική Ανυπακοή» όταν το 1846 φυλακίστηκε επειδή αρνήθηκε να πληρώσει φόρους, διαμαρτυρόμενος για την ανοχή της δουλείας από τις ΗΠΑ και για την εμπλοκή τους σε πόλεμο με το Μεξικό. Η μικρή έκταση του βιβλίου δεν εμπόδισε την τεράστια έκτοτε πολιτική του απήχηση.

Πώς θα μπορούσαν σήμερα οι Αμερικανοί να επιδείξουν μια στοιχειώδη πολιτική ανυπακοή; Η λύση βρισκόταν μπροστά τους αλλά είτε την απέρριψαν είτε δεν κατανόησαν τη σημασία της. Ήταν ο Μπέρνι Σάντερς που θα μπορούσε ίσως να αντιπαρατεθεί με επιτυχία στον Ντόναλντ Τραμπ. Αλλά το πολιτικό σύστημα επέλεξε να δοκιμάσει τους Αμερικανούς με την υποψηφιότητα της Χίλλαρυ Κλίντον και οδήγησε τελικά στην εκλογή του Τραμπ. Που ίσως τελικά να ήταν μια πράξη πολιτικής ανυπακοής. Τόσο αδέξιας όσο και το Brexit.

Advertisements