Nulli concedo!

Ανάμεσα στις ρωμαϊκές θεότητες, και εκτός από αυτές που βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με το ελληνικό δωδεκάθεο και από αυτές που συνέρρευσαν αργότερα από την Ανατολή και λατρεύονταν στην πολυπολιτισμική πλέον ρωμαϊκή αυτοκρατορία, συγκαταλέγεται ένας ιδιαίτερος θεός. Ο Terminus, ο θεός των ορίων, που η πρώιμη λατρεία του στη Ρώμη εξηγεί ίσως καλύτερα από ο,τιδήποτε άλλο αυτήν την ρωμαϊκή ανάγκη να νομοθετεί αφενός με αξιοσημείωτη ακρίβεια και αφετέρου με προσήλωση στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας.

Ο Terminus αντιπροσωπευόταν στο Καπιτώλιο από μια πέτρα, ένα ομοίωμα ουσιαστικά των λίθινων ορίων της ιδιοκτησίας. Ιστορείται ότι τον 6ο π.Χ. αιώνα, όταν βασιλιάς της Ρώμης ήταν ο Ταρκύνιος ο Πρεσβύτερος, άρχισε η κατασκευή του Ναού του Διός (Jupiter Optimus Maximus) στον Καπιτωλίνο λόφο και ο βασιλιάς ζήτησε να απομακρυνθούν τα ιερά και οι βωμοί όλων των προηγούμενων θεών, πράγμα που έγινε με επιτυχία, με εξαίρεση την πεισματική πέτρα του θεού Terminus. Αυτό θεωρήθηκε οιωνός και τόσο ο θεός όσο και η πέτρα του παρέμειναν στο Καπιτώλιο. Από κει αντλεί την προέλευσή του ο αφορισμός «nulli concedo», δηλαδή «δεν υποχωρώ προ ουδενός ή σε κανέναν δεν δίνω τη συναίνεσή μου».

Αρκετούς αιώνες αργότερα, το 1509, ο Έρασμος χρησιμοποίησε ως motto του το έμβλημα του θεού Terminus στο βιβλίο του «Μωρίας Εγκώμιον». Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν άργησε να κατηγορηθεί για ματαιοδοξία και αλαζονεία. Και ανασκεύασε -αν όχι με επιτυχία, πάντως με αξιοσημείωτη φαντασία- το κακό κλίμα εις βάρος του. Ο θεός Terminus -εξήγησε- ήταν μεν ο ρωμαϊκός θεός των ορίων, αλλά με έναν βαθύτερο συμβολισμό. Αντιπροσώπευε το τέλος του βίου, τον θάνατο, στον οποίο κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί. Το έμβλημα, συνεπώς, «nulli concedo» δεν εξέφραζε τον ίδιο τον Έρασμο αλλά τον Terminus, και σήμαινε ότι δεν χαρίζει τη ζωή σε κανέναν θνητό.

Λίγοι ήταν εκείνοι που πίστεψαν τον Έρασμο, αλλά όπως και η ιστορία σε πείθει ή όχι ανάλογα με την οπτική γωνία της αφήγησής της, έτσι και μια διατυπωμένη άποψη ή εξήγηση δεν έχει παρά μόνον την αξία της επίκλησής της και όχι την αξίωση της πειθούς.

Στη χώρα μας οι πέτρες αφθονούν. Και οι συμβολισμοί τους επίσης. Και έχουν πάντοτε τη διπλή όψη ενός θεού, που ποτέ εντούτοις δεν λατρεύτηκε στην Ελλάδα. Πρόκειται για τον Janus Beminus ή Bifrons, δηλαδή τον διπρόσωπο Ιανό, τον θεό των πυλών και των ενάρξεων, γνωστότερο όμως για τον συμβολισμό του πολέμου και της ειρήνης που εκφράζει η διπλή του όψη. Και ίσως τυχαία, ίσως νομοτελειακά, στην ίδια χώρα, την Ιταλία, γεννήθηκε και το σπουδαίο λογοτεχνικό έργο του Ίταλο Καλβίνο «Ο διχασμένης υποκόμης». Μια ανάμνηση άραγε του διπλού θεού, εκφρασμένου στο διχασμό του ανάμεσα στο απόλυτο καλό και στο απόλυτο κακό ; Ο Καλβίνο πάντως το σώζει απ’ αυτόν τον μανιχαϊσμό. Και στην καλή και στην κακή του εκδοχή ο υποκόμης μπορεί να είναι εξίσου ζημιογόνος.

Θαυμαστές και έρημες οι μαρμαροκολόνες, σημαδεύουν τους αρχαιολογικούς μας χώρους. Και δεν είναι μόνον η ένταση της ομορφιάς τους που σε καθηλώνει, αλλά το κενό ανάμεσά τους. Αυτό το άνοιγμα προς όλες τις κατευθύνσεις, που ματαιώνει κάθε έννοια προσανατολισμού, και είναι τελικά σε όφελος της ανθρώπινης ελευθερίας. Άλλωστε, ό,τι συμπυκνώνει την Ελλάδα είναι αυτά τα ερείπια, που είναι από πολλές απόψεις σημαντικώτερα από τα κτίσματα που κάποτε υπήρξαν στη θέση τους.

Ίσως γι’ αυτό ο Ιανός δεν λατρεύτηκε ποτέ στην Ελλάδα. Οι δυο του όψεις περιόριζαν πολύ μια σκέψη που δεν ανεχόταν τα μονοσήμαντα διλήμματα. Λατρεύτηκε όμως και εξακολουθεί να λατρεύεται στην Ευρώπη, στο μεγάλο Ιερό των Βρυξελλών. Με την πολεμική του όψη. Με την κηρυγμένη από χρόνια ανίερη επίθεσή της στη χώρα μας. Με τις αφόρητες οικονομικές της πιέσεις. Με την εμμονή της στις «μεταρρυθμίσεις», δηλαδή στη φτώχεια και την εξαθλίωση. Με τους πολεμόχαρους θεσμούς της που περιφέρουν τα άδεια κοστούμια τους, χειρότερα κι από τον διχασμένο υποκόμη. Γιατί αυτός τουλάχιστον κάλυπτε την πλευρά που τού έλειπε, ενώ οι θεσμοί έχουν επιτύχει την πλήρη απουσία τους απ’ τον κόσμο της λογικής. Είναι οι περίφημοι τεχνοκράτες, των οποίων ο ορισμός έρχεται κατευθείαν από το άλλο έργο του Καλβίνο, τον «Ανύπαρκτο Ιππότη», εκεί όπου ο διχασμός τερματίζεται στην ανυπαρξία.

Ίσως είναι πια καιρός να αρχίσει να λατρεύεται ο Terminus στην πολύπαθη χώρα μας. Και όχι με την έννοια που δικαιολογήθηκε ο Έρασμος για τη χρήση του εμβλήματός του. Αλλά με ένα ωραιότατο «nulli concedo», σαν δίκαιη απάντηση στην ανυπαρξία της λογικής και στα άδεια κοστούμια που επανδρώνουν θεσμοθετημένες καρέκλες.

Σαράντα στρέμματα και δυό μουλάρια

Εκεί που ο Martin Luther King κατέγραφε ένα ακόμη όνειρο -αυτό της ισότητας των μαύρων- για να το συναθροίσει στο περίφημο «American dream» αυτής της γεμάτης αντιφάσεις χώρας, ο Malcolm Little (X) κατέγραφε την ίδια εποχή την περήφανη άρνηση να αποδεχθεί το επώνυμο του λευκού αφέντη με το οποίο πέρασαν στα δημογραφικά αρχεία της χώρας οι απόγονοι των μαύρων σκλάβων.

Η άρνηση της χρήσης επωνύμου, η επιλογή του «X» ως συνώνυμου του «nobody», ήταν η επιλογή της σύγκρουσης με τον κόσμο των λευκών και όχι της εξίσωσης με αυτούς. Βέβαια, η επιλογή της σύγκρουσης δεν αντιστρατεύεται απαραίτητα την πρόθεση της συνύπαρξης. Απαιτεί όμως μεγαλύτερη δικαιοσύνη. Αναδρομική καταδίκη της δουλοκτησίας και της διαιώνισης της ηθικής της. Καταδίκη της διαμαρτυρόμενης καπιταλιστικής αντίληψης του πλούτου. Επιλογή μιας άλλης θρησκείας και μιας πολιτικής που μπορεί να λύσει τα αδιέξοδά της με τη δύναμη της Προφητείας.

Στην περίφημη ομιλία του στην Ουάσινγκτον στις 28/8/1963, ο Martin Luther King δεν παρέλειψε να αναφερθεί στους πατέρες του αμερικανικού έθνους, και ιδιαίτερα στον Λίνκολν, επιζητώντας να περιορίσει το κίνημα των μαύρων μέσα στα πλαίσια των αρχών και αξιών που έθεσαν οι πατέρες αυτοί, στοχεύοντας στη συγκίνηση ενός σχετικά ώριμου πλέον για αλλαγές λευκού ακροατηρίου. Η ομιλία του είχε σαν ακρογωνιαίους λίθους τη Βίβλο και το αμερικανικό σύνταγμα και ήταν κατάλληλη για τα αυτιά του λευκού Αμερικανού προτεστάντη.

Όντας φυλακισμένος, ο Malcolm X γνώρισε και ασπάστηκε το Ισλάμ και επικαλέστηκε δημόσια τη δύναμη της Προφητείας και της μεσολάβησης των αγγελιαφόρων του Προφήτη στην πραγμάτωση της εξέγερσης των καταπιεσμένων. Υπερασπίστηκε την υπεροχή της μαύρης φυλής και όταν αποκλείστηκε από το «Έθνος του Ισλάμ» ίδρυσε την Οργάνωση της Αφροαμερικανικής Ενότητας έχοντας ήδη αναθεωρήσει πολλές από τις θέσεις του. Βλάσφημος και βέβηλος για τις αμερικανικές αξίες, είχε τη δύναμη να κατανοεί ότι το αίτημα για την ισότητα μαύρων και λευκών δεν ήταν παρά η επιφάνεια ενός βαθειά ταξικού κόσμου.

Σε ένα μικρής διάρκειας βίντεο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, καταγράφεται το πάθος της Mahalia Jackson και η αμηχανία του Μ.L.King. Ήταν σε κάποια εκκλησία στο Σικάγο το 1966 και η μεγάλη ερμηνεύτρια τραγουδούσε με πάθος όσο ο πάστορας σκούπιζε τον ιδρώτα απ’ το μέτωπό του. Ίσως και να τον τρόμαζε η τόση πληθωρικότητα. Το δικό του πάθος εξαντλούνταν σε μια -από κάθε άποψη-υποδειγματική ρητορική. Και ίσως μόνον η περίπτωση του Ομπάμα να απηχούσε το πραγματικό του όνειρο. Κάποιος μαύρος απέξω αλλά λευκός από μέσα.

Και οι δύο δολοφονήθηκαν στην ίδια περίπου ηλικία, γύρω στα σαράντα. Ο Martin Luther King το 1968 και ο Malcolm X το 1965, ο δεύτερος μάλιστα από τους πρώην συντρόφους του. Και οι δύο αποτέλεσαν κληρονομιά, ο πρώτος του αμερικανικού έθνους που τον ενέταξε στη συστημική του παράδοση και καθιέρωσε μάλιστα το 1986 την ημέρα της γέννησής του (15/1/1929) ως εθνική εορτή, και ο δεύτερος των μαύρων κινημάτων που ακολούθησαν.

Οι Μαύροι Πάνθηρες, για το λίγο που κράτησαν (1966-1982), εμπνεύστηκαν απ’ τον Malcolm X και έδωσαν ένα σαφέστερο ταξικό-πολιτικό μήνυμα στο κίνημα. Ανάμεσα στις θέσεις τους ήταν και τα «σαράντα στρέμματα και δύο μουλάρια», η υπόσχεση που είχε δοθεί από την αμερικανική πολιτεία το 1865, όταν καταργήθηκε επίσημα η δουλεία. Δηλαδή ένα βασικό εργαλείο για να μπορέσουν να εργαστούν και να ζήσουν οι ελεύθεροι πλέον μαύροι σκλάβοι. Μια υπόσχεση που δεν υλοποιήθηκε ποτέ και αντίστοιχα μια διεκδίκηση που έχει πάντα το χώρο της στην ιστορία.

Στο μεταξύ το Ισλάμ, πιο εκδικητικό από ποτέ, έχει αποδυθεί στον πιο ξέφρενο αγώνα και έχει αυτοδιορισθεί τιμωρός όλων των διαψευσμένων δυτικών υποσχέσεων. Η θρησκεία, το πιο μάταιο και επικίνδυνο πεδίο ανάδειξης του «ορθού λόγου», έχει μετατραπεί σε φονικό όπλο και η Δύση, μαλθακή και έντρομη, δεν μπορεί να καταλάβει πώς έφτασε ο πόλεμος μέσα στις πόλεις της, σκορπίζοντας τον τρόμο στις Χριστουγεννιάτικες αγορές της, όπως έγινε μόλις χθες στο Βερολίνο. Δεν έχει ίσως καταλάβει τη ρητορική που κάποτε θαύμασε τόσο, ώστε να την εντάξει στα σχολικά εγχειρίδια. Τη φράση του M. L. King «Αν δεν βρεις κάτι που να αξίζει να πεθάνεις γι’ αυτό, δεν αξίζει να ζεις».

Γι’ αυτό και η πολιτική της εξακολουθεί να είναι το ίδιο άκαμπτη. Είναι το «extreme centre», όπως διατυπώνεται από τον Πακιστανό διανοητή Tariq Ali. Δηλαδή μια κεντροδεξιά-κεντροαριστερά που έχει κυριολεκτικά καταβροχθίσει την ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ, χωρίς να αφήνει χώρο για καμιά εναλλακτική λύση. Η σύγχρονη διεθνής πολιτική ατζέντα μιλάει μόνον για τρομοκρατία και λιτότητα, δηλαδή για μια άλλου τύπου τρομοκρατία.

Στο μεταξύ τα «σαράντα στρέμματα και δύο μουλάρια», «η γη και ελευθερία» του Ισπανικού Εμφύλιου, το «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» του ελληνικού Πολυτεχνείου, παραμένουν ανεκπλήρωτα. Και δεν αποτελούν πια διεκδικήσεις, παρά μόνον συνθήματα που έρχονται από τα επαναστατημένα σίξτις, κατάλληλα για τα μεταπτυχιακά των φερέλπιδων κοινωνιολόγων. Οι οποίοι αποτυπώνουν την πραγματικότητα, χωρίς καθόλου να επιθυμούν να την αλλάξουν.

Το προσκύνημα, ο δρόμος, η ψυχή του προσκυνητή…

Το ταξίδι των χριστιανών στους Αγίους Τόπους, το ταξίδι των μουσουλμάνων στη Μέκκα, ή ένας γερός θρήνος στο Τείχος των Δακρύων για τους Εβραίους, ήταν το επιστέγασμα των προσκυνημάτων για τους πιστούς των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών. Για τους χριστιανούς, που είναι λιγότερο μονοθεϊστές απ’ τους υπόλοιπους και διατηρούν με τους αγίους τους την ανάμνηση της λατρείας και των θαυμάτων των παλιών θεών, υπάρχουν πάντα και άλλα προσκυνήματα. Μοναστήρια, ιερές εικόνες και λείψανα γίνονται η ευκαιρία για ευχάριστες εκδρομές, περίπου όπως αυτές των σχολικών μας χρόνων.

Υπάρχουν βέβαια και τα πολιτικά προσκυνήματα, το τοπίο μιας μάχης ή τα μνημεία τα αφιερωμένα στον άγνωστο στρατιώτη, οπωσδήποτε περισσότερο εικονοκλαστικά από τα θρησκευτικά τους αντίστοιχα, αλλά που καμιά φορά τα ξεπερνούν στην υπερβολή της εικόνας. Ποιος μπορεί να λησμονήσει -εάν το είχε δει- το βαλσαμωμένο πτώμα του Λένιν, εκτεθειμένο αιώνια στη λατρεία, την περιέργεια, την κριτική ή ακόμα και την φιλοπαίγμονα διάθεση ;

Το προσκύνημα όμως είναι πάνω απ’ όλα ένας δρόμος, μια πνευματική διεργασία και η ιερότητά του έχει να κάνει περισσότερο με τον προσκυνητή. Το πνεύμα του προσκυνητή το εξαγιάζει, με τον ίδιο τρόπο που κάθε πιστός νομιμοποιεί το αντικείμενο της πίστης του και αυτός που αγαπάει κάνει το αντικείμενο της αγάπης του άξιο να αγαπηθεί.

Ο William Butler Yeats (1865-1939) αποτύπωσε εξαιρετικά αυτή την αντίληψη στο ποίημα «When you are old» :

How many loved your moments of glad grace

And loved your beauty with love false or true

But only one man loved the pilgrim soul in you

And loved the sorrows of your changing face

Μόνον αυτός που μπορεί να αντιληφθεί την «ψυχή του προσκυνητή», είναι ικανός να αντιληφθεί και την αξία του προσκυνήματος. Το φέρετρο του Παλαμά, που «πάνω του ακουμπούσε η Ελλάδα» σύμφωνα με τον Άγγελο Σικελιανό, ήταν ένα προσκύνημα που μπόρεσε να συνεγείρει και να βγάλει στους δρόμους έναν αξιοθρήνητο πεινασμένο λαό μέσα στην αθλιότητα της γερμανικής Κατοχής το χειμώνα του 1941.

Πιστεύω στον προσκυνητή και στην ψυχή του. Είναι σαν τη σκιά, που αν και άϋλη και διαρκώς μεταβαλλόμενη, είναι αυτή που δίνει υπόσταση στο υλικό μας σώμα. Πράγμα που το καταλαβαίνεις όταν χαθεί, όπως έγινε στον ομώνυμο ήρωα του Oscar Wilde στο παραμύθι του «Ο Ψαράς και η ψυχή του». Ο Ψαράς ερωτεύτηκε το απραγματοποίητο, μια γοργόνα, και για να ζήσει μαζί της δέχτηκε να χάσει την ψυχή του, τη σκιά του δηλαδή. Ας σημειωθεί ότι ο ψαράς του παραμυθιού ξαναβρήκε τη σκιά του όταν ήταν πια νεκρός.

Θα αποτολμήσω την παρατήρηση ότι κάπως έτσι χάσαμε και στη χώρα μας την ψυχή μας, τη σκιά που έδινε βάρος και υπόσταση στην ανεξαρτησία μας και στην υλική μας παρουσία σε μια γωνιά του παγκόσμιου χάρτη. Φαινόταν εκδρομή αλλά ήταν θυσία. Βαρύ το τίμημα για τους απανταχού προσκυνητές. Η επιλογή του ευρωπαϊκού δρόμου οδηγούσε απ’ την αρχή σε ένα και μοναδικό, πλην μάταιο, προσκύνημα.

Η αργία και το πνεύμα της

«Συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε την αργία του Αγίου Πνεύματος…». Είδα πρόσφατα τη φράση να δεσπόζει σε μια αφίσα του σωματείου των υπαλλήλων βιβλίου-χάρτου και το σχόλιό μου δεν αφορά το αίτημα -με το οποίο ασφαλώς και συμφωνώ- αλλά την διατύπωση, από την οποία μπορούν να συναχθούν κάποιες ενδιαφέρουσες αναλογίες. Πρόκειται για την υπεράσπιση της αργίας και όχι του Αγίου Πνεύματος. Μπορείς όμως να υπερασπιστείς το δικαίωμα όταν η πηγή του βρίσκεται στην σφαίρα της άρνησής σου;

Η αναφορά στις θρησκευτικές και τις πολιτικές γιορτές οφείλεται πια αποκλειστικά και μόνον στη σύνδεσή τους με ημέρες αργίας. Η αργία είναι το ζητούμενο σε κάθε προκαθορισμένο κύκλο υποχρεωτικότητας. Η σχολική χρονιά αρχίζει τον Σεπτέμβριο και ο μαθητής έχει κιόλας στο μυαλό του την 28η Οκτωβρίου, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα κ.ο.κ. Ο εργαζόμενος προσθέτει και αφαιρεί τις ημέρες αργίας στο νοερό προσωπικό του ημερολόγιο και σε κάθε μια από αυτές αναγνωρίζει την έλευση -αν όχι του αγίου- τουλάχιστον όμως ενός αγαθοποιού πνεύματος ανάπαυσης.

Όμως η αντίφαση ανάμεσα στο δικαίωμα και στην πηγή της προέλευσής του, ιδωμένης ως μια πραγματικότητα που ουσιαστικά αρνείσαι, εξακολουθεί να ισχύει. Υπερασπίζεσαι μια δέσμη δικαιωμάτων γνωστή ως «ευρωπαϊκό κεκτημένο», αλλά η ίδια η Ευρώπη, ως πολιτική ένωση, δεν απολαμβάνει πλέον την έγκρισή σου. Η υπεράσπιση της αργίας αλλά όχι και του εορτάζοντος πνεύματος είναι μόνον ένα παράδειγμα αυτής της λογικής αποσύνδεσης.

Πόσο πρέπει να απομακρυνθείς από την πηγή για να φτάσεις χωρίς εκπτώσεις στον πυρήνα του δικαιώματος; Η αργία του Αγίου Πνεύματος έχει συνδεθεί με την αργία του πνεύματος, δηλαδή με την αργία των πνευματικά εργαζομένων, όπως οι επιστήμονες ή οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αλλά το πνεύμα συμμετέχει σε όλες τις επαγγελματικές δραστηριότητες, γι’ αυτό άλλωστε και η κατ’ εξοχήν πνευματική αργία -η Κυριακή- αφορά όλους τους εργαζομένους ως η ημέρα της ανάπαυσης του Δημιουργού και αντίστοιχα της λατρείας του από τους πιστούς.

Όταν διεκδικείς ένα δικαίωμα πρέπει να είσαι αποφασισμένος να το αποσυνδέσεις από την αιτία του και διεκδικώντας το για τον εαυτό σου, να το διεκδικήσεις ουσιαστικά και για όλους τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό μου φαίνεται και λογική και δυνατή η πολιτική αποσύνδεση από την Ευρώπη και παράλληλα η επίμονη αναζήτηση ενός άλλου πεπρωμένου, όπου το «δικαίωμα» θα αυτονομηθεί από τις διάφορες πηγές αναγνώρισής του, ως μια πραγματική αξίωση της ανθρώπινης φύσης. Δικαίωμα στην αργία, στην εργασία, στη στέγη, στη μόρφωση, στην υγεία, για όλους και παντού. Όχι γιατί το επιβάλλει η θρησκεία ή μια πολιτική επιλογή, αλλά γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Γι’ αυτό δεν υπερασπίζομαι την αργία του Αγίου Πνεύματος, αλλά το Πνεύμα της Αργίας, το ισότιμα ιερό για όλους.