Η μνημονιότητα και πολλές ακόμα μέρες

Δεν ανήκω σ’ αυτούς που αγαπούν τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Θαυμάζω βέβαια μια κινηματογραφική γραφή που ακουμπάει εκτός απ’ τις εικαστικές και τις άλλες τέχνες, ας πούμε την ποιητική βιωματική της ιστορίας, αλλά ως εκεί. Από την πρώτη κιόλας ταινία του Αγγελόπουλου που είδα, τον Θίασο, που ερμηνεύεται συχνά ως η απόλυτη κινηματογραφική μεταφορά της σύγχρονης ιστορίας μας, με έμφαση στον Εμφύλιο, συγκρατώ την ανάμνηση ακίνητων πλάνων που επιτυγχάνουν μεν τον συμβολισμό τους αλλά που εξαντλούν το νευρικό σύστημα του θεατή, χωρίς αυτό να εξυπηρετεί ούτε την καλύτερη εμπέδωση της ιστορίας ούτε και την απόλαυση του να παρακολουθείς μια ταινία.

Βέβαια όπου υπάρχει βαριεστημάρα ή αμφιβολία, έρχεται ο κριτικός και βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Σύσσωμη η κριτική υπήρξε ανέκαθεν διθυραμβική για τον Αγγελόπουλο. Όσο για τον θεατή, το μεγαλύτερο μέρος της απόλαυσής του είναι η βεβαιότητα ότι έχει παρακολουθήσει κάτι ποιοτικό και επιπλέον εγκεκριμένο. Γιατί η κριτική λέει τα ναι ή τα όχι για λογαριασμό σου, όπως έκαναν και κάνουν ακόμη οι αριστερές παρατάξεις όταν επιλέγουν πολιτική γραμμή και απαντούν πάντοτε με βεβαιότητα και με τις ίδιες πάνω-κάτω λέξεις στις ερωτήσεις «τι λέμε για το μεταναστευτικό;», «τι για το χωρισμό εκκλησίας-κράτους;», «τι για την Ευρώπη, τι για τα μνημόνια;» και πάει λέγοντας.

Μόνο που για τα μνημόνια, για την διαρκή συρρίκνωση των συντάξεων, για την υπερβολική φορολόγηση και άλλα πολλά, η πολιτική γραμμή έχει αφεθεί στην τύχη της. Και αν επιχειρώ μια τρόπον τινά σύνδεση του αγγελοπουλικού τοπίου, της κριτικής και της πολιτικής είναι γιατί βρίσκω αξιοσημείωτες αναλογίες στη σύνθετη γλώσσα όλων, μια γλώσσα που τείνει να εξαφανίσει την κοινή λογική. Το να παίρνεις «γραμμή» είναι παντού, πάντα και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις και αδικαιολόγητο και απαράδεκτο.

Ειδικά στις μικρές στιγμές που θα έπρεπε να σου ανήκουν ολοκληρωτικά, όπως είναι το διάβασμα, ο κινηματογράφος ή το θέατρο, η κριτική αγγίζει τα όρια της απρέπειας. Είναι η ίδια απρέπεια που εμπεριέχεται και σε κάθε υποχρεωτική υιοθέτηση πολιτικής γραμμής, αφού κάθε «γραμμή» προϋποθέτει την αυθεντία και το πλήθος. Ο κριτικός που σου λέει τι να δεις ή τι να διαβάσεις, ακόμα και πού να επενδύσεις όταν πρόκειται για έργα τέχνης, ο αριστερός που σου λέει τι να πιστέψεις, το κράτος που απαιτεί την υπακοή σου, το αντιπροσωπευτικό σύστημα που νομίζει ότι με 300 άτομα μπορούν να εκπροσωπηθούν εκατομμύρια άλλα.

Σε μια από τις σχετικά πρόσφατες ταινίες του Αγγελόπουλου, «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», ένας κουρασμένος άνθρωπος περιφέρεται στον τόπο και το χρόνο προσπαθώντας να βρει τις λέξεις που του λείπουν. Η αναζήτηση τον οδηγεί στον Διονύσιο Σολωμό, που προσπαθεί και αυτός να βρει τις δικές του λέξεις από μια μητρική γλώσσα που ποτέ δεν μίλησε. Θα αρκεστώ σ’ αυτό. Στη μητρική γλώσσα που ποτέ δεν μιλήσαμε πέρα απ’ τα στοιχειώδη. Γιατί ο Σολωμός δεν έψαχνε τις λέξεις μιας στοιχειώδους συνεννόησης, αλλά τις λέξεις που θα έθετε στην υπηρεσία της εθνικής ανεξαρτησίας. Αναζητούσε τις λέξεις μιας μάχης που ήταν πρόθυμος να δώσει.

Οι σύγχρονοι Έλληνες, πολιτικοί και μη, δεν έχουν τέτοια διλήμματα. Μιλούν πρόθυμα τις γλώσσες της Βαβέλ, οι μεν πολιτικοί έχοντας προ πολλού λησμονήσει και την κόψη και την όψη της σολωμικής Ελευθερίας, οι δε άλλοι ως πειθήνιο πλήρωμα του ευρωπαϊκού σκάφους. Όλοι περήφανοι υποτελείς μιας μάχης που ποτέ δεν δόθηκε. Και όσο κι αν φαίνεται παράξενο πρόκειται πάντα για τη μητρική γλώσσα που κανένας πια δεν νοιάζεται αν χαθεί κι αν ξεχαστεί. Γιατί μπορεί να επιστρατεύσεις τις λατινικές συντομογραφίες των μεταπτυχιακών και των διδακτορικών στην υπηρεσία της καριέρας, αλλά ουσιαστικά απείθαρχος, δηλαδή επαναστατημένος, δεν μπορεί να είσαι παρά μόνον στη μητρική σου γλώσσα.

Μια απ’ τις καλύτερες θέσεις της κριτικής, όταν δεν έχει τίποτα ουσιαστικά να πει, είναι η λέξη άνισος, κλινόμενη σε όλα τα γένη. Ο άνισος ρόλος, η άνιση ταινία, το άνισο σενάριο. Επιδιώκοντας να ορίσει ότι υπάρχει πάντα μια μεγαλύτερη πρόθεση που τελικά δεν είναι ορατή και δεν εξισώνεται με το αποτέλεσμα. Πράγμα που δεν αποδεικνύεται με τίποτα. Διότι η πρόθεση είναι πάντα ενδιάθετη και επιπλέον έως και αδιάφορη για το τελικό αποτέλεσμα.

Η διαπίστωση π.χ. ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε καλές προθέσεις είναι παντελώς αδιάφορη σε σχέση με το αποτέλεσμα που επέφερε. Το αριστερό του προφίλ που εξαντλείται σε ανθρωπιστικές κορώνες είναι αδιάφορο για την πλειοψηφία των Ελλήνων. Τα ατελείωτα συμβολικά πλάνα του Αγγελόπουλου εξαντλούν τόσο, που χρησιμεύουν τελικά μόνον για τα αρχεία των σινεφίλ.

Όμως η αιωνιότητα και μια μέρα ακουμπάει ίσως αποτελεσματικά την ιστορική μας μνήμη. Μόνον που τώρα πια ορίζεται ως μνημονιότητα, της οποίας η διάρκεια ήδη χάνεται στον μελλοντικό μας χρόνο.

Οι εκλογές στα χρόνια των Μνημονίων

Ο «Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας», είναι το γνωστό βιβλίο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Ένα ηλικιωμένο πια ζευγάρι, ένας άντρας και μια γυναίκα που έζησαν για μισό αιώνα στην ίδια πόλη έχοντας ο καθένας τους μια διαφορετική ζωή, ζουν ένα έρωτα που έχει αναβληθεί πολλές φορές στη νεότητά τους. Σ’ ένα ποταμόπλοιο στον Αμαζόνιο, ο ευσπλαχνικός καπετάνιος του σηκώνει τη σημαία της χολέρας και ανεβοκατεβαίνει άσκοπα το ποτάμι για να προστατέψει τον έρωτά τους απ’ την επαφή με την πραγματικότητα.

Ωραίο βιβλίο. Αφιερωμένο στην καραντίνα της προσωρινότητας, όπως και όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια γύρω μας, όπου όλα μοιάζουν προσωρινά και μαζί ατέρμονα. Και νομίζω ότι το καλύτερο κομμάτι τους είναι οι εκλογές. Το πριν και το μετά, όταν κανένα πολιτικό ποσοστό δεν μοιάζει αρκετό για το σχηματισμό κυβέρνησης ή έστω μιας κυβερνητικής συμμαχίας.

Όπως συμβαίνει τώρα στην Ισπανία, που μάλλον πάει πάλι για εκλογές στα τέλη Μαΐου. Χωρίς τα ασφυκτικά χρονικά πλαίσια που έχει το ελληνικό σύστημα των διερευνητικών εντολών προς τα πλειοψηφίσαντα κόμματα για τον σχηματισμό κυβέρνησης, οι Ισπανοί διερευνούν τις πιθανότητες μήνες τώρα. Στο μεταξύ κυβερνάει το Λαϊκό Κόμμα της δεξιάς του Ραχόϊ, ξεσπούν οικονομικά σκάνδαλα, οι Ποδέμος κάνουν δημοψήφισμα μεταξύ των μελών τους και στο μεταξύ ο χρόνος περνάει.

Οπωσδήποτε καλύτερα απ’ το αν είχε σχηματιστεί κυβέρνηση. Γιατί η προσωρινότητα είναι μια μορφή ευτυχίας και ελπίδας επίσης. Η μόνη ελπίδα στον κοινοβουλευτισμό σήμερα είναι να ποντάρεις στις πιθανότητες. Σαν να παίζεις Στοίχημα ή Λόττο και να μη σε τρομάζει η αποτυχία, αφού στο τέλος-τέλος ένα παιχνίδι είναι.

Στην Ελλάδα, οι εκλογές του Ιανουαρίου και το δημοψήφισμα του Ιουλίου και οι εκλογές του Σεπτεμβρίου μέσα σ’ έναν μόλις χρόνο -το 2015-, καλλιέργησαν την πεποίθηση ότι όλα ήταν δυνατά, κάτι που μπορεί να υπάρξει μόνον στην κατάσταση της αναμονής, και επιπλέον περιλάμβαναν και προϋπέθεταν την άρνηση του συστήματος, άν όχι μέσα από την αλλαγή του τουλάχιστον όμως μέσα από την καθυστέρησή του. Γιατί κανένα μέτρο δεν μπορούσε να ληφθεί χωρίς κυβέρνηση και μπορούσες να βγάλεις έστω και για λίγο τη γλώσσα στους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς που καραδοκούσαν να βγάλουν το άχτι τους επειδή δεν τα έχουν καταφέρει ακόμη να καταργήσουν τις εκλογές. Και αυτό είναι σήμερα το μεγαλύτερο μάθημα κοινοβουλευτισμού. Οι εκλογές, αρκεί να μην προκύπτει κυβέρνηση.

Τι απομένει εξάλλου απ’ την πολιτική εκτός απ’ το παιχνίδι της; Πότε σου επιτρέπει η δημοκρατική Ευρώπη να ζήσεις λίγο ανέμελα; Μόνον πριν και αμέσως μετά τις εκλογές, γι’ αυτό και θεωρώ τους Ισπανούς τυχερούς για τη μεγαλύτερη διάρκεια της αναμονής τους.

Πολύ γουστάρω τις εκλογές στα χρόνια των μνημονίων. Το ίδιο και τη σημαία της χολέρας. Και μακάρι να σήκωνε συχνότερα τα τείχη μιας ευτυχισμένης καραντίνας γύρω μας.