Χαράτσι : Μια λέξη παντός καιρού

Όταν το 2011 μπήκε στη ζωή μας για πρώτη φορά η φορολόγηση όλων των ακινήτων, χωρίς διάκριση πλέον εάν επρόκειτο για κατοχή μεγάλης ή μικρής ακίνητης περιουσίας, ο σχετικός φόρος (ΕΕΤΗΔΕ του Ν. 4021/2011) ονομάστηκε προσωρινής διάρκειας και εισπράττονταν μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ, γεγονός που δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση σε ιδιοκτήτες και μισθωτές ακινήτων.

Για τους εμπόρους και τους ελεύθερους επαγγελματίες είχε ήδη επιβληθεί εφάπαξ φόρος, ακόμη και για τα φορολογικά έτη τα οποία είχαν «κλείσει» και πληρώσει προς τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., ενώ και οι δύο φόροι εξελίχθηκαν και απέκτησαν μόνιμο χαρακτήρα, ο μεν φόρος στα ακίνητα ως ο γνωστός πια σε όλους ΕΝΦΙΑ, ο δε φόρος στους ελεύθερους επαγγελματίες ως «τέλος επιτηδεύματος», που εισπράττεται ανεξάρτητα από το εισόδημα και από τα κέρδη ή τις ζημίες του κάθε επαγγελματία.

Οι φόροι αυτοί, ειδικά αυτός των ακινήτων, μετονομάστηκαν άμεσα και αυθόρμητα σε «χαράτσι», απηχώντας την ισχυρή ιστορική μνήμη που άφησε στο νεώτερο ελληνικό κράτος η αυθαιρεσία του οθωμανικού συστήματος φορολόγησης, το οποίο τελειοποιείται διαρκώς από την νεοθωμανική πολιτική της Ε.Ε. και των ελληνικών κυβερνήσεων. Οι Οθωμανοί πρέπει πράγματι να υπήρξαν πηγή έμπνευσης για κάθε λογής αυθαιρεσία και κυρίως για την αποσύνδεση του φόρου από το πραγματοποιούμενο εισόδημα, για την κατάργηση της αναλογίας δηλαδή, της μόνης που μπορεί να κάνει ανεκτό το ούτως ή άλλως δυσάρεστο φορολογικό σύστημα.

Σταχυολογώ από το πλήθος των φόρων που επιβλήθηκαν κατά καιρούς, έναν πολύ ιδιαίτερο εφάπαξ φόρο. Επιβλήθηκε στην Τουρκία το 1942, όταν πρωθυπουργός της ήταν ο Σουκρού Σαράτσογλου και προσυπογράφηκε από τον τότε Πρόεδρο της τουρκικής Δημοκρατίας Ισμέτ Ινονού. Ο φόρος ονομαζόταν τουρκιστί «Βαρλίκ Βεργκισί» και αφορούσε μόνον τους αλλογενείς πολίτες της Τουρκίας και ειδικά της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή τους Έλληνες και τους Αρμένιους κυρίως, ίσχυσε από την 11/11/1942 μέχρι την 15/3/1944 και ήταν καταβλητέος εντός 30 ημερών.

Ήταν εφάπαξ φόρος επί των ακινήτων και ισοδυναμούσε συχνά με την συνολική εμπορική τους αξία. Για να μπορέσουν να καταβάλουν τον φόρο, πολλοί εκπλειστηρίασαν την κινητή και ακίνητη περιουσία τους. Όσοι αρνούνταν ή αδυνατούσαν να πληρώσουν στέλνονταν για καταναγκαστικά έργα στα βάθη της Ανατολής.

Για την ιστορία θα θυμίσω ότι η καταναγκαστική εργασία στην Τουρκία χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστατο της στρατιωτικής θητείας των αλλοεθνών: τα περιβόητα Αμελέ Ταμπουρού, όπου χιλιάδες νέοι Έλληνες έχασαν τη ζωή τους από τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και διαμονής, όπως μας παραδίδεται και από την προσωπική εμπειρία του Ηλία Βενέζη.

Στο μεταξύ μεγάλες περιουσίες εκποιήθηκαν και εκατοντάδες οικογένειες καταστράφηκαν, σε μια προσπάθεια του τουρκικού κράτους να ξεκαθαρίσει το τοπίο στην Κωνσταντινούπολη και να εξαναγκάσει τους Έλληνες να την εγκαταλείψουν. Ας μην ξεχνάμε ότι λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησαν οι διώξεις των Κωνσταντινουπολιτών Ελλήνων από την κυβέρνηση του Μεντερές το 1955.

Σήμερα το οθωμανικό σύστημα εξακολουθεί να προηγείται με διαφορά στις επιλογές φορολόγησης της ελληνικής πολιτείας, βασισμένο εν πολλοίς στην ελληνική ιδιαιτερότητα της ιδιοκατοίκησης από μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Μόνον που η κατοχή κατοικίας εξασφαλίστηκε στην Ελλάδα κυρίως με δανειοδότηση και αν εξαιρέσουμε την προστασία της πρώτης κατοικίας υπό κάποιους όρους (Ν. 3869/2010 με τις τροποποιήσεις του), η υπόλοιπη περιουσία των Ελλήνων δεν είναι πια διασφαλισμένη. Και δεν πρόκειται βέβαια για τους κατόχους μεγάλων ακίνητων περιουσιών, για τους οποίους προβλεπόταν πάντα ο Φ.Μ.Α.Π., αλλά για εκείνους που διαθέτουν μια περιορισμένη ακίνητη περιουσία προς εκμετάλλευση ή ιδιόχρηση.

Στο μεταξύ η ακίνητη περιουσία υποβαθμίστηκε δραματικά. Η αντικειμενική αξία των ακινήτων, που υπήρξε ουσιαστικά ένας συμβιβασμός ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος για την επίτευξη ενός σταθερού τρόπου υπολογισμού του φόρου μεταβίβασης των ακινήτων, έχει πλέον αναχθεί σε εργαλείο καταλήστευσης, εφόσον η αγοραστική αξία των περισσότερων ακινήτων υπολείπεται σημαντικά της αντίστοιχης αντικειμενικής. Τα ακίνητα πουλιούνται για ένα κομμάτι ψωμί προκειμένου να απαλλαγεί ο ιδιοκτήτης τους από τον ΕΝΦΙΑ και τα τεκμήρια φορολόγησης. Απλώς στη θέση του οθωμανικού κράτους θα βρίσκονται πλέον οι Τράπεζες και πίσω από αυτές οι ξένοι επενδυτές, που θα αποκτούν φτηνά και εύκολα τις περιουσίες των Ελλήνων για να αλλάξουν τελικά το τοπίο της χώρας και να την αλώσουν όχι με πόλεμο αλλά με νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας.

Υπάρχουν βέβαια δύο διαφορές. Η πρώτη είναι ότι οι Τούρκοι άρπαζαν με στόχο την διασφάλιση ενός συμπαγούς εθνικού κράτους, ενώ το ξεπούλημα των ελληνικών περιουσιών βοηθά απλώς στην καθημερινή εμπέδωση της ήδη στερεής μας πεποίθησης ότι ζούμε υπό κατοχικές συνθήκες. Η δεύτερη είναι ότι τα σύγχρονα Αμελέ Ταμπουρού στελεχώνονται από τους Έλληνες -επιστήμονες και μη- που επιλέγουν να εργαστούν στην Ευρώπη, εξαπατημένοι από την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής. Άλλωστε η βλακώδης αξίωση της πολυπολιτισμικότητας των τελευταίων χρόνων υπήρξε τελικά ο δούρειος ίππος της κατάλυσης, μέσα από την διαρκή ανοχή, κάθε εθνικής ενσυναίσθησης. Μιας ενσυναίσθησης που, αν υπήρχε, ίσως να απέτρεπε την άθλια και υποτελή προσκόλλησή μας στην Ευρώπη.

Advertisements

Τα Δικαστήρια, οι φόροι και οι κλασσικοί

Μέσα στις απαιτήσεις των δανειστών μας και των λοιπών θεσμών, εκτός από τις μειώσεις των μισθών και των συντάξεων, καθώς και τον κάθε λογής ληστρικό φόρο, συμπεριλήφθηκε και η τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Για τους μη μυημένους δεν είναι παρά ένας ακόμη νόμος, εξίσου παράλογος με τους προηγούμενους. Για τους μυημένους όμως ο παραλογισμός αυτού του νομοθετήματος (ν. 4335/2015) δεν έχει προηγούμενο, καθώς εισάγει παράδοξης διάρκειας δικονομικές προθεσμίες και καταργεί στην πράξη μια ολόκληρη νομική λογική, όπως αυτήν της απόδειξης με μάρτυρες, χωρίς να εξυπηρετεί ούτε την ταχύτητα ούτε την ουσία ούτε βέβαια και το κόστος της δικαιοσύνης.

Τα δικαστήρια είναι έτσι κι αλλιώς ο καλύτερος καθρέφτης κάθε κοινωνίας, και όσο πιο παράλογο, άκαρδο και άκαμπτο είναι το νομικό σύστημα τόσο πιο πιστά απεικονίζει το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Αντιγράφω από ένα κλασσικό όσο και σπουδαίο βιβλίο :

«…Μέσα στην καρδιά της ομίχλης κάθεται ο Αρχιδικαστής στο Δικαστήριο του Τσάνσερι. Καμιά ομίχλη δεν είναι τόσο πυκνή, κανένα τέλμα πιο βαθύ από την αβέβαιη και μπερδεμένη κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο Δικαστήριο… ένα τέτοιο απόγευμα ο Αρχιδικαστής κάθεται μ’ ένα φωτοστέφανο ομίχλης γύρω απ’ το κεφάλι του…μοιάζοντας να απευθύνει τους στοχασμούς του στο φεγγίτη της στέγης, όπου δεν βλέπει τίποτα πέρα απ’ την καταχνιά… Εδώ είναι το Δικαστήριο του Τσάνσερι…που έχει έναν τσακισμένο τρελό σε κάθε τρελοκομείο και τους νεκρούς του σε κάθε νεκροταφείο…που δίνει στους πλούσιους και τους ισχυρούς άφθονα μέσα για να καταπονήσουν το δίκαιο, που τόσο εξουθενώνει την τσέπη, την υπομονή, το θάρρος, την ελπίδα, που σαλεύει το νου και ραγίζει την καρδιά…» (Τσάρλς Ντίκενς, Ο Ζοφερός Οίκος, εκδ. Gutenberg 2008, μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ).

Το βιβλίο γράφτηκε το 1852-53 και το Δικαστήριο του Τσάνσερι ήταν δικαστήριο κληρονομικών διαφορών, διάσημο για την ατέρμονη διάρκεια των δικών και την συνακόλουθη οικονομική καταστροφή των διαδίκων. Το ελληνικό σύστημα δεν έχει να του ζηλέψει τίποτα, με τη βοήθεια μάλιστα της τροποποιημένης δικονομίας. Μια αστική υπόθεση μπορεί να διαρκέσει 10 και παραπάνω χρόνια μέχρι να τελεσιδικήσει, όσο για τις ειδικές διαδικασίες -όπως για παράδειγμα οι αποζημιώσεις που οφείλονται σε τροχαία ατυχήματα- οι πρωτόδικες αποφάσεις εκδίδονται μέχρι και δύο χρόνια μετά την εκδίκασή τους. Στα διοικητικά δικαστήρια μπορεί να πεθάνεις από γηρατειά όσο περιμένεις να ορισθεί δικάσιμος ή και να ξεχάσεις γιατί προσέφυγες σ’ αυτά.

Πάντα στην Αγγλία, πενήντα χρόνια μετά το βιβλίο του Ντίκενς, ένας Αμερικανός συγγραφέας περιγράφει το ίδιο δικαστικό σύστημα, όπου οι υποθέσεις εκδικάζονταν με απίστευτη ταχύτητα και αδιαφορία και όπου η αυτοκτονία από φτώχεια και απελπισία τιμωρούνταν ως ποινικό αδίκημα, αν τύχαινε και σωζόταν ο αυτόχειρας. Ο συγγραφέας καταγράφει την περίπτωση της Έλεν Χάτζις Χαντ, 52 ετών, η οποία πνίγηκε για να μην καταλήξει στο φτωχοκομείο και η αυτοκτονία της καταχωρήθηκε από το Δικαστήριο του Τάμεση ως «αυτοκτονία κατά τη διάρκεια προσωρινής παραφροσύνης» :

«Ο άνθρωπος…μπορεί να προσκολληθεί στη ζωή ή να την απαρνηθεί ανάλογα με τι από τα δύο τού υπόσχεται μεγαλύτερη ικανοποίηση ή πόνο. Τολμώ να πω ότι η Ε.Χ.Χ. εξαπατημένη και διαψευσμένη απ’ όλες τις χαρές της ζωής…μη έχοντας τίποτα μπροστά της εκτός από την αθλιότητα του φτωχοκομείου, φέρθηκε πολύ λογικά και σοφά όταν προτίμησε να βουτήξει στο κανάλι. Και τολμώ επιπλέον να διαβεβαιώσω ότι ο δικαστής θα έκανε κάτι σοφώτερο αν κατηγορούσε για προσωρινή παραφροσύνη την κοινωνία που επέτρεψε στην Ε.Χ.Χ. να εξαπατηθεί και να διαψευσθεί από όλες τις χαρές της ζωής…» (Τζάκ Λόντον, Οι άνθρωποι της Αβύσσου, εκδ. Πυραμίδα 1997, μετ. Β. Τομανάς).

Το βιβλίο γράφτηκε το 1902, όταν ο συγγραφέας του βρέθηκε για δύο μήνες στο Λονδίνο, με αφορμή τη στέψη του βασιλιά Εδουάρδου Ζ΄, για να δώσει την εικόνα πίσω από τη χλιδή και τη λάμψη της στέψης, όπου άνθρωποι ανίκανοι, ανασφάλιστοι, κακοπληρωμένοι και άστεγοι, δεν είχαν άλλη διέξοδο απ’ την επαιτεία και το φτωχοκομείο. Για την ιστορία, η Αγγλία αποτέλεσε μακράν το καλύτερο παράδειγμα του πιο βάρβαρου καπιταλισμού, ενισχυμένου από το ανάλγητο δικαστικό της σύστημα.

Υπήρξε επίσης υπόδειγμα εγκληματικής επινοητικότητας στην επιβολή ληστρικής φορολόγησης, που μάλλον αποτέλεσε πρότυπο για τους δανειστές, τους θεσμούς και τις ελληνικές κυβερνήσεις. Για 155 χρόνια (1696-1851) θεσπίστηκε και ίσχυσε στην Αγγλία ο «φόρος παραθύρων», που καταβαλλόταν ανά τριμηνία με βάση τον αριθμό παραθύρων και φεγγιτών που διέθετε κάθε σπίτι, όπως μας παραδίδεται από έναν ακόμη κλασσικό :

«…Είναι εντελώς φυσικό να θέλουμε να πεθάνουν οι εχθροί μας για να τελειώσουν οι πόλεμοι και να μειωθούν οι φόροι. Γιατί είναι τρομερά αυτά που πληρώνουμε. Δίνουμε πάνω από 40 σελίνια για φόρο παραθύρων και έχουμε φράξει όσα περισσότερα μπορούσαμε. Σχεδόν δεν μπαίνει αέρας και φώς…» (Χένρυ Φίλντινγκ, Τομ Τζόουνς, εκδ. Gutenberg 1993, μετ. Έφη Καλλιφατίδη).

Το βιβλίο γράφτηκε το 1748, περί το τέλος των Ιακωβιτικών πολέμων, που υποστήριζαν την επιστροφή του οίκου των Στούαρτ στον αγγλικό θρόνο, και από το απόσπασμα που παρατίθεται φαίνεται η απάτη που περιβάλλει τον απλό άνθρωπο όταν τον τσακίζει το φορτίο των φόρων. «Να πεθάνουν οι εχθροί μας για να τελειώσουν οι πόλεμοι και να μειωθούν οι φόροι…». Το να πεθάνουν οι εχθροί μας είναι ο μόνος τρόπος για να τελειώσει ένας πόλεμος; Και άραγε ύστερα θα μειωθούν οι φόροι;

Η εξουσία έχει αποδείξει ότι οι φόροι είναι αθάνατοι. Και όταν ακόμη καταργούνται αντικαθίστανται αμέσως από άλλους ισοδύναμους ή και χειρότερους. Σημασία έχει η επινοητικότητα. Έτσι βρίσκεται πάντοτε ο τρόπος να συνδεθούν οι νέοι φόροι με μια γενικόλογη όσο και ασαφή νομική αιτιολόγηση (πόλεμος, οικονομική κρίση, αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες κ.λ.π.), με την γενναιόδωρη αρωγή της δικαστικής εξουσίας που σπάνια θυμάται τη θεσμική της ανεξαρτησία. Στα καθ’ ημάς βρίθουν τα παραδείγματα τέτοιων φόρων, το τέλος ακαλύπτων χώρων παλαιότερα, οι τακτοποιήσεις ημιυπαιθρίων χώρων και ο ΕΝΦΙΑ σήμερα, το τέλος δικαστικού ενσήμου στις δίκες, η κατάργηση της αναγνωριστικότητας του αγωγικού αιτήματος, για να σταθώ σε μερικά μόνον παραδείγματα.

Όσο για τον φόρο παραθύρων είναι μια ιδέα που αφού πραγματοποιήθηκε κάποτε, τίποτα δεν αποκλείει την επανάληψή της. Άλλωστε στη χώρα μας έχουμε άφθονο αέρα και φως. Δεν επιτρέπεται τέτοια κατάχρηση χωρίς να πληρώνουμε τίποτα γι’ αυτό !

Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία …

Δεν είναι τόσο ότι το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία, όσο ότι βλάπτει την οικονομία. Η αρχική μεγαλοφυής σύλληψη της αντικαπνιστικής εκστρατείας ήταν να δικαιολογηθεί η υπερβολική φορολόγηση των προϊόντων του καπνού. Με το πρόσχημα ότι προστατεύουν την υγεία έχουν εξακοντίσει το σχετικό έμμεσο φόρο σε ασύλληπτα μεγέθη. Και όλα πήγαιναν καλά μέχρι να εμφανιστούν τα παράνομα τσιγάρα στην αγορά. Και όταν μιλάμε για «παράνομα τσιγάρα» μιλάμε για την αποφυγή του φόρου και όχι για την πιθανότητα τα τσιγάρα αυτά να έχουν αδιαφανούς ποιότητας πρώτη ύλη.

Στο μεταξύ τα παράνομα τσιγάρα πουλιούνται τα πέντε τουλάχιστον τελευταία χρόνια σε συγκεκριμένες πιάτσες. Μία από αυτές, σε ό,τι αφορά τη δική μου γνώση, είναι η οδός Στουρνάρα στην Πλατεία Εξαρχείων. Επί χρόνια βλέπω τα ίδια πρόσωπα να συναλλάσσονται με διερχόμενους περαστικούς και εποχούμενους, κυρίως ταξιτζήδες, είτε στο εντελώς φανερό είτε λίγο πιο συγκεκαλυμμένα, με τα τσιγάρα να κρύβονται κάτω από σταθμευμένα αυτοκίνητα, μέσα στα ξεκλείδωτα μεταλλικά κουτιά του ΟΤΕ, ακόμα και στα ρολόγια της ΕΥΔΑΠ στα πεζοδρόμια. Υποθέτω ότι δεν τα βλέπω μόνον εγώ, αλλά οι πάντες, συμπεριλαμβανομένων των ενστόλων και μη που περιφέρονται στην περιοχή.

Θέλω μ’ αυτήν την εισαγωγή να πω ότι είναι πολύ εύκολο να συλληφθούν όσοι διακινούν παράνομα τσιγάρα. Και δεν εννοώ βέβαια τους φουκαράδες που περιφέρονται όρθιοι στα πεζοδρόμια κερδίζοντας το μεροκάματο του τρόμου. Αντ’ αυτού η πάντα πολύπλοκη σκέψη των κρατικών οργάνων συνέλαβε το σχέδιο να πείσει τους καταναλωτές να απέχουν από την προμήθεια αυτών των τσιγάρων. Με οπωσδήποτε υψηλό κόστος οι συρμοί του μετρό και άλλα σημεία γέμισαν με ακριβά γραφιστικά, από τα οποία ενημερώνεσαι ότι άν αγοράζεις παράνομα τσιγάρα κάνεις μεγάλη ζημιά στην οικονομία και ότι μετά οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν το κενό στα φορολογικά έσοδα.

Ούτε λόγος πια για το «τσιγάρο που βλάπτει σοβαρά την υγεία, που μπορεί να σκοτώσει κ.λ.π». Γιατί αυτό το σύμπαν από διαφημιστικά σποτ, που είτε παραληρεί από προκλητές επιθυμίες και life style, είτε προσπαθεί να σε φέρει στον «ίσιο δρόμο», λέει τελικά σχεδόν πάντα την αλήθεια, αν το δεις κάτω από μια ορισμένη οπτική γωνία. Για την προστασία δήθεν του καπνιστή, η φορολογία του καπνού έγινε ένας από τους υψηλότερους έμμεσους φόρους. Και πετύχαινε για χρόνια το σκοπό της. Και με το παραπάνω μάλιστα.

Γιατί ο μέσος καπνιστής κάπνιζε περισσότερο κάθε φορά που η τιμή των τσιγάρων αυξανόταν, μάλλον από κάποια παράλογη ελπίδα ότι με την αύξηση του καπνίσματος θα μείωνε ίσως το άγχος της διαρκούς φοροεισπρακτικής επιδρομής που υφίστατο. Ή ακόμα με ποιητικό πείσμα, κάνοντας πράξη το στίχο του Μπέρτολτ Μπρεχτ. «Ορκίζομαι στους σεισμούς που μέλλονται για νάρθουν, πως δεν θ’ αφήσω το πούρο μου να σβήσει απ’ τον καημό μου…». Όταν με τα παράνομα τσιγάρα η είσπραξη του φόρου άρχισε να μειώνεται, η νέα εκστρατεία απευθύνεται πια στο φόβο του μέσου πολίτη ότι είτε καπνιστής είτε όχι θα κληθεί οπωσδήποτε να πληρώσει τη ζημιά που προκαλούν οι καπνιστές που αποφεύγουν το φόρο.

Αφού όμως μπαίνουν στον κόπο και το έξοδο της συγκεκριμένης καμπάνιας, δεν είναι πιο απλό να κυνηγήσουν τους διακινητές με την αστυνομική δύναμη που ήδη διαθέτουν και πληρώνουν; Ή να συμψηφίσουν γενναιόδωρα το κόστος της καμπάνιας με την απώλεια των φόρων και να μας αφήσουν όλους ήσυχους; Ή δεν θα ήταν απείρως αποδοτικώτερη για το δημόσιο απλώς η μείωση του φόρου; Το μόνο όμως που ζητά η κάθε εξουσία είναι «ή χωροφύλακες ή εγκληματίες». Αυτός που αποφεύγει το φόρο είναι εγκληματίας, άρα οι υπόλοιποι πρέπει να μετατραπούν σε χωροφύλακα και να κυνηγήσουν μόνοι τους τον παραβάτη.

Ο καπνιστής μάλιστα διαπράττει διπλό έγκλημα. Διότι ήταν η ελπίδα του έθνους για εσαεί φορολόγηση. Να μου το θυμηθείτε. Ο επόμενος οικονομικός εγκληματίας δεν θα είναι αυτός που δεν αποδίδει τον Φ.Π.Α., ούτε ο καπνιστής που προμηθεύεται παράνομα τσιγάρα, αλλά ο καπνιστής που έκοψε το κάπνισμα!

«Ζωή χωρίς καπνό είναι καπνός χωρίς ψητό», γράφει ο Τσέζαρε Παβέζε στο Il mestiere di vivere. Και αναφέρεται βέβαια στην απόλαυση του καπνίσματος, με την οποία καθόλου δεν διαφωνώ. Εξακολουθώ όμως να ονειρεύομαι εκείνη τη φανταστική μέρα που ένας πηχυαίος τίτλος θα δεσπόζει στις ειδήσεις «μειώθηκε η τιμή των τσιγάρων!». Εάν εκείνη τη στιγμή τύχει να καπνίζω, μάλλον θα το σβήσω από έκπληξη. Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο βήμα που θα νομιμοποιεί την κάθε εξουσία να κάνει καμπάνιες για το τι είναι ή δεν είναι καλό για την υγεία μας.

Ο Φάουστ, ο Ησαύ, ο Δον Κιχώτης, ακόμα κι ο Ροσινάντης…

Ο Φάουστ είναι ο ήρωας της γερμανικής μυθολογίας που πούλησε την ψυχή του στο διάβολο με αντάλλαγμα την νεότητα, αυτός που ενέπνευσε την παγκόσμια λογοτεχνία, το θέατρο και τον κινηματογράφο με πολλές μεταφορές. Ο ίδιος ο μύθος είναι μια μεταφορά για το τίμημα και το απόκτημα, γι’ αυτό που εξαγοράζει και γι’ αυτό που εξαγοράζεται. Ξαναβρίσκουμε κάτω απ’ το πανωφόρι του Φάουστ την προβιά του βιβλικού Ησαύ, και την προθυμία να κορεστεί μια επιθυμία με κάθε τίμημα.

Ξαναβρίσκουμε ουσιαστικά την απληστία κάθε συναλλαγής. Η ανταλλαγή των «πρωτοτοκίων» για ένα «πινάκιο φακής» εκ μέρους του Ιακώβ και η ανταλλαγή της «ψυχής» για την «νεότητα» εκ μέρους του Μεφιστοφελή είναι ο ορισμός της απληστίας, αφού πρόκειται για μια παντελώς άνιση συναλλαγή. Αλλά απληστία είναι και η πέρα απ’ τη λογική επιθυμία του Φάουστ για επιστροφή στη νεότητα και η πρωτόγονη πείνα του Ησαύ για ένα «πινάκιο φακής». Απλώς στη δεύτερη περίπτωση η απληστία της προσωρινότητας μοιάζει να έχει τα χαρακτηριστικά της ανάγκης.

Ο θεός των Εβραίων αντάμειψε εντούτοις τον ληστρικό Ιακώβ. Άγγελοι, οράματα και υπερφυσικά σημάδια ανέλαβαν να τον δικαιώσουν και να τον καταστήσουν πατριάρχη της φυλής του. Ο Ησαύ πάλι, που ενέδωσε στην ανάγκη, χάνεται στα βάθη της ιστορίας. Αναμφίβολα θα ήταν κι αυτός πατριάρχης της δικής του φυλής, ίσως ο συμβολικός πατριάρχης όλων των σύγχρονων εξαθλιωμένων που είναι πρόθυμοι να πουλήσουν τα πάντα για ένα πιάτο φαΐ.

Ούτε όμως και ο Φάουστ είχε καλύτερη τύχη. Η απώλεια της ψυχής του καταγράφηκε ως θριαμβευτική νίκη του Μεφιστοφελή και το επιμύθιο ήταν σαφές και απλό. «Ποτέ μη ζητάς απ’ το διάβολο αυτό που δεν μπορείς να ζητήσεις απ’ το θεό». Ποτέ, δηλαδή, μην ζητάς το ακατόρθωτο.

Ο Δον Κιχώτης απ’ την άλλη ζητούσε μόνον το ακατόρθωτο. Σκιαμαχίες, ξιφουλκήματα με ανεμόμυλους, γελοίοι έρωτες, η καρικατούρα του γερασμένου ιππότη έφιππου στο ψωράλογό του το Ροσινάντη, είναι ό,τι μάς παραδόθηκε απ’ τη γραφίδα του Θερβάντες. Όμως ο Δον Κιχώτης πέρασε στη συνείδησή μας σαν ένας μύθος αστειότητας που μπορεί εντούτοις να περιλάβει και το όραμα, σαν μια μεθοδολογία ενάντια στην πραγματικότητα, και ο δονκιχωτισμός έγινε μια ιδέα και μια λέξη που την αναγνωρίζει ως ορθή ακόμα και η τεχνοκρατική ορθογραφία των υπολογιστών.

Καταγράφεται χωρίς τη γνωστή κόκκινη υπογράμμιση των άγνωστων λέξεων αν και υπονομεύει το λογισμικό τους με το εμπρηστικό της περιεχόμενο. Επειδή νομίζουν ότι ο δονκιχωτισμός είναι μονάχα μια ακίνδυνη λέξη για τους ακίνδυνους ιδεαλιστές. Που όμως βρήκε τη θέση της στην πραγματικότητα, στην ίδια τη χώρα του Θερβάντες, με το μεγαλύτερο αναρχικό κίνημα που κατέγραψε η σύγχρονη ιστορία.

Και δεν είναι ίσως τυχαίο ότι, μέσα στη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αλμπέρ Καμύ έγραψε τα Τέσσερα Γράμματα σ’ ένα Γερμανό φίλο. Απευθύνεται στον φανταστικό Γερμανό φίλο που βρίσκεται στην άλλη όχθη, υπερασπιζόμενος τον ολοκληρωτισμό και την ένωση της καθημαγμένης Ευρώπης υπό το γερμανικό σκήπτρο. Σε ένα από τα γράμματα θέτει ένα υποθετικό ερώτημα : Μπορεί ο Φάουστ να νικήσει το Δον Κιχώτη; Και απαντά : Στην τέχνη δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι και η τέχνη δεν υπάρχει για να μιλήσει ο «νικητής» με τη γλώσσα της αλαζονείας. Γιατί η τέχνη, όπως και η ζωή, έχουν ανάγκη από την ανάσα της πίστης, της ελπίδας, του οράματος.

Εμείς στη χώρα μας ζήσαμε όλους τους μύθους. Σαν τον Ησαύ πουλήσαμε τα πρωτοτόκια ενός πολιτισμού αντί πινακίου φακής και σαν τον Δον Κιχώτη ονειρευτήκαμε το ανέφικτο. Μόνον ο Φάουστ παίζει μόνος του, εξαγορασμένος από τον Μεφιστοφελή και τελικά ταυτισμένος για πάντα μαζί του. Γερμανικός ο μύθος, ευρωπαϊκή η πραγματικότητα. Κάθε φορά που προσπαθώ να συντάξω τη φορολογική μου δήλωση είναι αυτός που προβάλλει τη δαιμονική του νίκη πάνω στη λογική, αυτός που κάνει τον φόρο μεγαλύτερο απ’ το εισόδημα, τις ασφαλιστικές εισφορές μεγαλύτερες απ’ τη σύνταξη, αυτός που ληστεύει τον κόπο σου και τελικά την ψυχή σου.

Φαίνεται ότι τελικά νίκησε ο Φάουστ. Και ο Δον Κιχώτης; Είναι μονάχα μια παραβολή για το αδύνατο που το σαρώνει η πραγματικότητα; Η λογική μου λέει ναι, όχι όμως και η μεταφυσική της ελπίδας. Και ονειρεύομαι την στιγμή που ο δονκιχωτισμός θα ξαναγίνει μια επικίνδυνη λέξη.